Αναγνώστες

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Τυχαία συνάντηση...

Χρόνια σκεφτόμουν αυτή τη στιγμή...
Φοβόμουν...τι κι αν στο βάθος
ήλπιζα να ΄ρθει...
Και να...τελικά αντάμωσαν οι δρόμοι μας...
Τυχαία συνάντηση...
Μέσα στο πλήθος...στη βουή της πόλης...
μπροστά μου...εσύ....
Τόσα χρόνια μετά...
Τόση ζωή μετά...
Οι ήχοι του δρόμου πάγωσαν...
Οι άνθρωποι...τ' αυτοκίνητα πέτρωσαν...
Ολόκληρη η πόλη μαρμάρωσε σ' αυτή τη στιγμή...
Κι εμείς δυό αγάλματα με απλωμένα τα χέρια
σε μια τυπική χειραψία...
Τα χείλη βουβά...
Τα μάτια υγροί καθρέφτες...
Μέσα τους εικόνες του χτες...
διαδέχονταν η μια την άλλη...
Στιγμές...λέξεις...συναισθήματα...
ξανά ζωντανά...σα να μην πέρασε μια μέρα...
"Τι κάνεις;" κατάφερες να ψελλίσεις...
"Δεν ζω" φώναξε η ψυχή μου...
"Καλά" ψιθύρισαν τα χείλη μου...
Στα μάτια σου φώναζε το παράπονο...
Στα μάτια μου έλαμπε η απελπισία...
Τόσα χρόνια μετά...
Τόση ζωή μετά...
Κι όμως η αγάπη ίδια...
Η μόνη ζωντανή στην πετρωμένη πόλη...
Ουρλιάζει με οργή...με παράπονο...
"γιατί"...
Την ακούς...
Την ακούω...
Μένει χωρίς απάντηση...
Τα χέρια χωρίζουν...
Λες και τα χώρισε μαχαίρι...
Τόσος πόνος για ένα άγγιγμα...
Τόσα χρόνια χαμένα...
Τόση ζωή χαμένη...
Η ψυχή σαν κατάδικος
χρόνια σε σκοτεινή φυλακή
είδε ένα κομμάτι ουρανού
από μια ρωγμή που αναπάντεχα άνοιξε...
Οδυνηρή αποκάλυψη...
Επώδυνη συνειδητοποίηση...
Βασανιστική η κραυγή της...
"Δεν ζω" φωνάζει ξανά και ξανά...
Την ακούς...το ξέρω...
Πονάω...
Είναι αργά πια...
Πρέπει να φύγω...
Πρέπει να φύγεις...
Πρέπει να συνεχίσω...
Χωρίς ελπίδα...
Χωρίς εσένα...
Χωρίς ζωή...
Πρέπει...


Παραμονές γιορτών...

Στόλισαν κιόλας τις βιτρίνες γιορτινά...
Κάθε φορά η ίδια ανάμνηση...
Παραμονές γιορτών και τότε...
Θυμάσαι άραγε...
Κόσμος που έτρεχε στους δρόμους...
μέσα στη γιορτινή παραζάλη...
Γεμάτες πλατείες...
Παιδιά με παιχνίδια στα χέρια...
Ερωτευμένα ζευγάρια...
στα μάτια η βεβαιότητα
πως ο χρόνος  που έρχεται θα τους βρει μαζί...
Μέσα σ'αυτό το πολύχρωμο κάδρο κι εμείς...
Σφιχτά πιασμένοι απ' το χέρι...
μέσα στους δρόμους της πόλης...
κοντοστεκόμασταν για ένα φιλί...
να ψιθυρίσουμε μια λέξη...
Μικρά αστεία δωράκια...
χαριτωμένες δικές μας γκριμάτσες...
Γέλια...αγκαλιές... πειράγματα...
χαρά στην ψυχή...
Δεν περπατούσαμε...πετούσαμε...
Πάνω απ' όλους...
Πάνω απ' όλα...
Όλος ο κόσμος δικός μας...
Δική μας όλη η ζωή...
Με μια βαθιά αίσθηση πως εμείς διαφέραμε...
Θα τα καταφέρναμε...
Ως το τέλος...μαζί...για πάντα...
Δυό παιδιά...
Ανόητα...
Αφελή...
Ανύποπτα...
Παραμονές γιορτών...
Χαμένοι σε μια αυταπάτη...
Ο  χρόνος που ήρθε δε μας βρήκε μαζί...
Η ζωή τελικά δεν είναι πολύχρωμη...
Ίδιοι με τους άλλους κι εμείς...
Φοβηθήκαμε...
συμβιβαστήκαμε...υποταχτήκαμε...
σε μια γκρίζα πραγματικότητα...
Δεν τολμήσαμε...
Βολευτήκαμε...στα σίγουρα...στα μίζερα...
στα ανόητα στερεότυπα...
Κάπου εκεί έξω στη γιορτινή πόλη
το ξέρω...
σκέφτεσαι πως θα μπορούσε η ζωή να είναι αλλιώς...
να έχει άλλο χρώμα...
Στο μυαλό σου θα ζωντανεύει
μια εικόνα...
Δυό παιδιά ερωτευμένα...
χαρούμενα...γελαστά...ανυποψίαστα...
Δυό παιδιά χαμένα μοιραία...
αφού δεν προσπάθησαν αρκετά...





Εκείνη τη νύχτα...

Εκείνη τη νύχτα...δεν το 'μαθες ποτέ...
έμεινα έξω από την πόρτα σου για λίγο...
Περίμενα...μια κίνηση...ένα σου βλέμμα, 
μια κλεφτή ματιά απ' το παράθυρο...
ένα φιλί ζωής στην αγάπη που πέθαινε...
Τίποτα...
Κι εγώ κάτω από το λυχνοστάτη,
να ρίχνει πάνω μου το φως,
να λάμπει μες στα μάτια η απόγνωση,
μια τραγική φιγούρα τα μεσάνυχτα...
ολόκληρη μία κραυγή...
λες και ξεπήδησα απ' του Πικάσο
την Γκουέρνικα...
ερείπιο μετά τη μάχη...
βομβαρδισμένη πόλη η ψυχή...
να περιμένω ένα σου νεύμα...
μια λευκή σημαία στο παράθυρο...
Τίποτα...
Ένας βοριάς παγωμένος να φυσάει
κι εγώ δέντρο γυμνό...
κλαδιά τα μακριά μαλλιά μου...
μαύρα σπαθιά που σχίζαν τη νύχτα...
ο άνεμος με παρέσερνε...
με παρέσερνε η απελπισία...
χαμένη μέσα στη δική σου άρνηση...
να περιμένω έξω απ' την πόρτα σου...
μια κίνηση...ένα σου βλέμμα...
Τίποτα...
Εκείνη τη νύχτα...δεν το 'μαθες ποτέ... 
έλαμπε ένας δρόμος 
απ' το κατώφλι σου ως την ψυχή μου,
φτιαγμένος από δάκρυα κι αστέρια..
για να διαβείς...για να με φτάσεις...
Περίμενα...
μια κίνηση...
μια κλεφτή ματιά απ' το παράθυρο...
ένα φιλί ζωής στην αγάπη που πέθαινε...
Μα τίποτα...

Μαρία Γασπαράτου


Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Στο μυστικό σου δείπνο...

Στο μυστικό σου δείπνο δε θα 'ρθω απόψε...
Η θέση μου θα είναι άδεια...
Θα περιμένεις με ανυπομονησία...
Η αγωνία του τέλους θα κορυφωθεί...
Στον κρόταφο σου σαν πένθιμη καμπάνα
θα χτυπά επίμονα μια φλέβα...
Θα έχεις από ώρες προετοιμαστεί...
Μπροστά στον καθρέφτη σου
θα δοκιμάζεις προλόγους...
Θα βλέπεις πανικόβλητος
τις λέξεις σου
σε μια θάλασσα αμφισβήτησης
να πνίγονται...
Θα ξεγελάς τον εαυτό σου
πως τελικά θα με πείσεις...
Κάθιδρος θ' αναρωτιέσαι
αν θα τα καταφέρεις...
Το τραπέζι στρωμένο επίσημα...
Με λουλούδια στα βάζα
θα προσπαθείς μάταια
να ελαφρύνεις την ατμόσφαιρα...
Το δωμάτιο έτσι κι αλλιώς
θα γίνει κοιμητήριο ονείρων...
Ο αέρας τοξικός θα μυρίζει θάνατο...
Πίσω από τις βαριές κουρτίνες
θα είναι επιμελώς κρυμμένη η προδοσία...
Όταν έρθει η ώρα θα της γνέψεις...
Σαν μαύρη πεταλούδα θα πετάξει
πάνω στα χείλη σου...θα με φιλήσεις...
Θα αφήσει στο στόμα μου δηλητήριο...
στην ψυχή μου το μαύρο αποτύπωμα
των αιχμηρών της φτερών...
Θα μου πιάσεις το χέρι δήθεν με συμπόνια...
Θα φοράς το αποκρουστικό προσωπείο
μιας πλαστής αθωότητας...
Θα με κυριεύσει μια εμετική αίσθηση σήψης...
Θα φύγω...
Δυο φορές γελασμένη...
Προδομένη δυό φορές...
Κι εσύ...μπροστά στον καθρέφτη θα υποκλιθείς...
Θα τρίψεις τα χέρια ευχαριστημένος...
Ως το τέλος καλός...
Ως στο τέλος αθώος...
Όχι...
Στο μυστικό σου δείπνο δεν θα 'ρθω...
Δε θα σου δώσω τη χαρά...
Εγώ θα γράψω το τέλος απόψε...




Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Θα ρθει κι αυτός ο χειμώνας...

Δώσε μου κάτι να πιαστώ...
ένα τυχαίο χαμόγελο...μια λέξη 
που επιπόλαια βγήκε
από δυο χείλη που βιάστηκαν...
ένα κατά λάθος άγγιγμα
που σκόπιμα θα παρερμηνεύσω...
Διψώ για μια ανατολή...
να δω ένα χελιδόνι...
έστω κι αν έχασε το δρόμο του...
έστω κι αν η άνοιξη αργεί...
Μια υποψία στον ορίζοντα
πως κάποτε θα ξημερώσει...
Ενα φως...κι ας είναι απλά μια αστραπή...
Κάπως για λίγο να φωτίσει
κι έπειτα ας έρθει καταιγίδα...
Μια μελωδία να έρθει απ' το πουθενά...
ένα γλυκό κελάηδημα πουλιών περαστικών
που φεύγουν για το νότο...
για μια στιγμή να τραγουδήσει η ψυχή...
να ζωντανέψει...
Θα ΄ρθει κι αυτός χειμώνας...
Κι εγώ ένα τοπίο στην ομίχλη...
Ακίνητο...σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία
άλλης εποχής...ζωή πετρωμένη...
Ένας μουτζουρωμένος ουρανός
θα πλαισιώνει μια άρνηση...
Ένας άνεμος παγωμένος
θα κρυσταλλώσει μια παραίτηση...
Η νοσταλγία σταγόνα σταγόνα 
θα πέφτει μαζί με τη βροχή
πάνω σε μια ψυχή που πια
θα έχει κουραστεί να μάχεται...
Σιγά σιγά θα την πνίξει
χωρίς να έχει δύναμη να βγάλει
ούτε μια κραυγή...
Μέσα σε κάποια χαλάσματα
θα πρέπει βρω την ελπίδα
που γκρεμίστηκε...
Δε θα τη βρω...
Δε θα ψάξω καν...
Φοβάμαι αυτή την ώρα...
Δώσε μου κάτι να πιαστώ...
μια αυταπάτη...μια ψευδαίσθηση...
κάτι να σκεπαστώ...
να μη με βρει γυμνή ο χειμώνας...


Φεγγάρι του Νοέμβρη...

Μες στο τεράστιο φεγγάρι του Νοέμβρη
λάμπει σα λάμα μαχαιριού η απουσία σου...
Χαρακώνει το παρόν...χαρακώνει την ψυχή...
ματώνει τη θύμηση...
Ξένο φεγγάρι...εχθρικό...δεν το αντέχω
αφού δεν το κοιτάζουμε μαζί...
Πολιορκούν τη μνήμη μου
σαν έκπτωτοι άγγελοι
που ψάχνουν τον παράδεισο
τ' αγαπημένα...τα δικά μας τα φεγγάρια...
τα ανυπέρβλητα...
Και τώρα αυτή η ανελέητη πανσέληνος
σαν ανακριτικός τεράστιος λαμπτήρας,
ξεπρόβαλε στον ουρανό
μόνο για να εκβιάσει την κρυμμένη
αλήθεια μου...
να ξεσκεπάσει τη ζωή μου...
να αποκαλύψει τη γύμνια της...
Να με κάνει να ντραπώ
που την κοιτάζω μόνη...
Κι εσύ...που είσαι εσύ...
Σε πιο προσκέφαλο
αστροκεντημένο
μαζεύεις φως του φεγγαριού
και λούζεις τα όνειρά σου...
εκείνα που εγώ δεν είμαι μέσα...
Σε ποια αγκαλιά φωτιά
καις αυτή τη νύχτα τη ζωή μας...
Με ποια ξένα φιλιά μεθάς
κάτω από του Νοέμβρη την πανσέληνο
και δίχως ενοχές ξεχνάς
τ' αγαπημένα...τα δικά μας τα φεγγάρια...
τα ανυπέρβλητα...

Χαρά...

Είναι μια μικρούλα όμορφη ξανθιά...
Φοράει κόκκινο φουστάνι...
Απ' τα μαλλιά της κρέμονται
μεταξωτές πολύχρωμες κορδέλες...
Έχει ένα γέλιο ποταμό...
Στα δυό της χέρια
φτερουγίζουν πεταλούδες...
Χίλια πουλιά ξωπίσω της
της τραγουδούν
γιορταστικά τραγούδια...
Κάθε φορά που τρέχει να με βρει
μου την τρομάζεις...
κι εκείνη φεύγει φοβισμένη...
Της ρίχνεις πέτρες...
βάζεις στο δρόμο της φωτιές...
Να μη με βρει...να μη τη βρω
άδικα να χαθούμε...
Και τώρα κάπου κρύβεται...
σε κάποια σκοτεινή γωνιά
θα γλύφει τις πληγές της...
Μα ως εδώ...
Δε θα σ' αφήσω πια
να μου πληγώνεις τη χαρά...
Τη βλέπω...έρχεται...
μπροστά απ' τον ήλιο του μεσημεριού...
Κρατά ένα μπουκέτο
ανθισμένες αποφάσεις...
και πια δε σε φοβάται...

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Φταις...

Μη με κοιτάς μ' αυτά τα μάτια...
Φόρεσες πάλι στο βλέμμα σου
την ίδια υπόσχεση...
Χιλιοφορεμένο ρούχο πια...
Πάλιωσε...ξεθώριασε...
Δε με πείθεις...
Η γυάλινη αθωότητα που
που μέσα της κλείδωσες
τις λέξεις σου, ράγισε...
Μπάζει από παντού...
Δάκρυα που πλημμύρισαν την κάμαρα
μπήκαν μέσα σα θάλασσα...
Τα λόγια σου πνίγηκαν στα πικρά νερά...
Φταις...
Πόσο φταις γι αυτό το πρωινό
που δεν πρόλαβε να χαμογελάσει...
Για το μεσημέρι που έγινε ο ήλιος εχθρός...
Για το βράδυ που θα 'ρθει πριν να νυχτώσει...
Για το ξημέρωμα που δεν ξέρω πια αν θα 'ρθεί...
Μή με κοιτάς μ' αυτά τα μάτια...
Δε με πείθεις...
Φταις για την ψυχή μου που έσπασε σήμερα...
για τη μέρα που αιμορραγεί...
για το πληγωμένο μου Σάββατο...
Φταις...

Σα να 'ταν χθες...

Σα να ήταν χθες...
Καθισμένη στο τρίτο βαγόνι...
Το πρόσωπό μου
σχεδόν κολλημένο στο τζάμι...
Εσύ έξω...στο σταθμό...
Τόσο κοντά μου μα ήδη μακριά...
Το βλέμμα σου καρφωμένο στα μάτια μου...
Δε μου είπες αντίο...
Το δικό μου το πήρε ο βόρειος άνεμος...
να μη φτάσει στ' αυτιά σου...
να μη μπει στην ψυχή...
"Μη φεύγεις" σχημάτισαν τα χείλη σου...
Το σφύριγμα του τρένου κάλυψε τα πάντα...
Έμοιαζε με συριγμό τεράστιου φιδιού
έτοιμου να επιτεθεί σκορπώντας το θάνατο...
Μια στιγμή πανικού...
Η αμφιβολία με κεραυνοβόλησε
σαν ηλεκτρικό ρεύμα...
Παιζόταν η ζωή μου σ' αυτές τις ράγες...
Κι αν έκανα λάθος...
Που είναι η έξοδος;
Το τρένο έγινε φυλακή...
Ήμουν εγκλωβισμένη...
Στ' αυτιά μου απειλητικοί ήχοι...
Το σφύριγμα μαχαιριά...
Τα μεγάφωνα ούρλιαζαν...
Η καρδιά μου επαναστατούσε...
Χτυπιόταν στο στήθος μου
σα μελλοθάνατος
μπροστά στην αγχόνη...
προσπαθούσε να δραπετεύσει ...
να τρέξει σ' εσένα...
Πονούσα...
Δεν πρόλαβα...
Το τρένο ξεκίνησε...
Εσύ ένα άγαλμα με πετρωμένο βλέμμα...
απομακρυνόσουν...
Εγώ αποκαμωμένη...παραιτημένη...ένοχη...
Το ξημέρωμα με βρήκε σε άλλη γη...
Το βράδυ με βρήκε αγκαλιά με τη θλίψη...
Σα να 'ταν χθες...
Σ' εκείνο το σταθμό...σ' εκείνες τις ράγες
έπαιξα τη ζωή μου...
Την έχασα...

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Ένα κορίτσι μακριά...

Συγγνώμη ξανά...
Δάκρυα...όρκοι...υποσχέσεις...
Παράφωνο τραγούδι στ' αυτιά μου
το πόσο πολύ μ' αγαπάς...
Σύνθημα μουτζουρωμένο
σε γκρεμισμένο τοίχο
ότι η αγάπη γεννάει πόνο...
Αρνούμαι να το δεχτώ...
Δεν πονάει η αγάπη...
Άλλοθι...για όσους δεν είναι ικανοί...
Καμπάνες ηχούν
στο ξωκκλήσι της αντοχής μου...
Ένα κορίτσι μου γνέφει από μακριά...
Τα μαύρα μαλλιά της ανεμίζουν στον ήλιο...
Στα χέρια της κρέμονται τάματα...
Πίσω της τα τείχη μιας ξεχασμένης πόλης...
Μπροστά της απέραντη θάλασσα...
Κάπου την ξέρω...
Εκείνη με ξέρει καλά...
Κάτι μου λέει...
Σταμάτα πια να μιλάς...
Φοβάσαι...
Σκοπίμως σκεπάζεις τη φωνή της...
Θέλεις μόνο εσένα ν' ακούω...
Της πετώ τις συγγνώμες σου...
Τις πετάει στη θάλασσα...
Με περιμένει...
Με κοιτά με παράπονο που την έχω ξεχάσει...
Φωνάζω με όση μου έμεινε δύναμη...
Μη φεύγεις...δεν έχω άλλον...
Θα σε θυμηθώ...
Μη μ' αφήνεις...δε θα σ' αφήσω...
Βοήθησε με να θυμηθώ το όνομά σου...
Τη φωνή σου σκεπάζουν παράταιροι ήχοι...
Συλλαβιστά...μίλα μου συλλαβιστά...
Διαβάζω τα χείλη σου...
Μαρία...Μαρία σε λένε...
Νομίζω σε βρήκα...

Μαρία Γασπαράτου





Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Η συνάντηση...

Στο μικρό καφενεδάκι της παραλίας
συναντηθήκαμε...σιωπηλοί κι οι δυο...
Τα μάτια χάραζαν νευρικά το χώρο γύρω...
Απέφευγες να με κοιτάξεις...
Το ίδιο κι εγώ...
Είχε έρθει το τέλος...
Υποκρινόμασταν τους ανυποψίαστους...
Ως την τελευταία ώρα ψεύτες...
Έξω ομίχλη...είχε χαθεί η θάλασσα...
λες και την είχε καταπιεί ο ουρανός...
Σα να 'χε μόλις σβήσει μια φωτιά
που έκαψε τα πάντα
κι άφησε παντού
ένα πηχτό λευκό καπνό...
Μια πένθιμη σιωπηλή βροχή
έπεφτε πάνω στ' αποκαϊδια...
Μούσκευε την ψυχή...
Τόση υγρασία σ' αυτή την πόλη...
Οι σκέψεις τρέχαν...
Τα συναισθήματα ρευστά...ακαθόριστα...
είχαν κι αυτά χαθεί στην ομίχλη...
Δε μιλούσες...
Τι να πεις...
Κάτι πήγα να πω μα φυλακίστηκε
στα σφραγισμένα χείλη...
Το απομεσήμερο έκλαιγε...
Η ψυχή μου έκλαιγε...
Τόσα δάκρυα σ' αυτή την πόλη...
Ο καφές είχε παγώσει...
Γουλιά δεν κατέβαινε...
Κοιταχτήκαμε φευγαλέα...
Το βλέμμα σου γυάλινο...
Έγινε θρύψαλα όταν αντίκρισε το δικό μου...
Ένα δάκρυ δραπέτευσε...
Πονούσες...
Πονούσα...
Παγωνιά γύρω...στην ψυχή παγωνιά...
Τόσος χειμώνας σ' αυτή την πόλη...
Πόση πίκρα μπορεί να χωρέσει μια συνάντηση...
Τίποτε δεν είπαμε...μα ειπώθηκαν όλα...
Στο μικρό καφενεδάκι της παραλίας
το τέλος γράφτηκε σιωπηλό...θλιβερό...
κάπως ακαθόριστο...
τυλιγμένο κι αυτό στην ομίχλη...
Τόση ομίχλη σ' αυτή την πόλη...
Την επόμενη μέρα όλα θα ήταν ξεκάθαρα...
Το μικρό καφενεδάκι θα ήταν λουσμένο στο φως...
Η θάλασσα αναστημένη
θα λαμπύριζε κάτω απ' τον ήλιο...
Το τέλος με κεφαλαία μαύρα γράμματα
θα ήταν γραμμένο παντού...
Ο ήλιος εκτυφλωτικά θλιβερός
θα διέγραφε την απόγνωση...
θα φώτιζε τη μοναξιά...
θα επιβεβαίωνε την εγκατάλειψη...
Γελασμένοι κι οι δυο...
Μόνοι...
Χαμένοι...
Τόση ερημιά σ' αυτή την πόλη...

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Θύμησες...

Δεν αντέχω τις θύμησες...
Έρχονται σαν επίμονες ζητιάνες...
Εκλιπαρούν τη σκέψη μου...
Διεκδικούν την ψυχή μου...
Καμουφλαρισμένες...
πως τάχα είναι ανώδυνες...
Κάτι καλοκαίρια γεμάτα φως...
μια θάλασσα...
ένα γαλανόλευκο νησί...
γέλια..τραγούδια...δειλινά...
χρυσές παραλίες...
φεγγαρόλουστες νύχτες...
πεφταστέρια...ευχές...
όνειρα...ζωή...
Και ξαφνικά ξεπροβάλλεις
αυθαίρετα σαν αστραπή...
σχίζεις τις εικόνες...κυριαρχείς...
και πια εσύ...μόνο εσύ...
μέσα σ' ένα ξωκκλήσι...
Το φως του ήλιου μπαίνει
από τα σκαλιστά παράθυρα...
φωτοστέφανο στο κεφάλι σου...
ανάμεσα στους αγίους κι εσύ...
πιο όμορφος από ποτέ...
με τη σφραγίδα του ιδανικού...
κάθε σύγκριση καταδικασμένη μοιραία...
Πόσο οδυνηρή γίνεται η ανάμνηση...
Με ξεγέλασαν πάλι οι θύμησες...
Με παρέσυραν τα όμορφα χρώματα...
Θέλω τόσο να σε ξεχάσω...
Μα έρχεσαι ξανά και ξανά...
πάντα στο ίδιο μέρος...
Η μορφή σου πονάει...
Συνειδητοποιώ με απελπισία
πως περιμένω ακόμη...
Η νοσταλγία με αρρωσταίνει...
Η προσμονή μοιάζει με θάνατο...
Με τιμωρείς...με εκδικείσαι...
Απ' όλες τις στιγμές μας
να μένει ολοζώντανη στη μνήμη...
στην ψυχή...η άγια εικόνα σου
εκεί μες στο ξωκκλήσι...
σαν άγγελος κι εσύ μες στους αγγέλους...
μ' εκείνο το απόκοσμο το φως
στο πρόσωπό σου...
πιο όμορφος από ποτέ...

Μια πόλη μυστική

Είχα μια πόλη όμορφη...δική μου...
μυστική...
Ήταν οχυρωμένη με τείχη δυσπιστίας...
Έμπαιναν μέσα μόνο οι μυημένοι...
οι εκλεκτοί...
Είχε λευκά σπιτάκια δίχως πόρτες
με ορθάνοιχτα στον ήλιο τα παράθυρα...
Χτισμένη πάνω σε νερό...
γαλάζιο...ήρεμο...που σιγοτραγουδούσε...
 Θαλασσινά λουλούδια γύρω
μοσχοβολούσαν...κάμποι ολόκληροι...
και θαλασσόδεντρα που όταν τ' άγγιζες
μιλούσαν...
Ο ουρανός της ήταν τόσο καθαρός
που ντρέπονταν τα σύννεφα να μείνουν...
Περνούσανε και φεύγαν βιαστικά...
Σ' αυτή την πόλη ήταν πάντα καλοκαίρι...
Μα εσύ σαν άνεμος φονιάς
ήρθες και έριξες τα τείχη...
Τα λασπωμένα πόδια σου λέρωσαν τα νερά...
Στο πέρασμά σου γκρέμισες τα όμορφα σπιτάκια...
Τα άνθη τα θαλασσινά τα πάτησες...μαράθηκαν...
Ξερίζωσες τα ζωντανά μου δέντρα...
Κραυγές ακούγονται από τα ματωμένα τους κλαδιά...
Πως τα λυπάμαι...που μείναν έτσι ετοιμοθάνατα
κι απελπισμένα...
Κι ο ουρανός γεμάτος πια με σκούρα σύννεφα...
μουτζουρωμένος δίχως περηφάνια...
Είχα μια πόλη κάποτε...
όμορφη...δική μου...μυστική...
Σ' αυτή την πόλη ήταν πάντα καλοκαίρι...
Και τώρα παγωνιά...ομίχλη...σκοτεινιά...
Ένα σου πέρασμα, κατέστρεψε τα πάντα...


Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Την ώρα που θα φεύγεις...

Την ώρα που θα φεύγεις
θα με συνθλίβει η σιωπή...
Ο ουρανός με ανθισμένα δάκρυα
θα ραίνει τη φυγή σου...
Κι εσύ με μια υγρή αβάσταχτη
ομορφιά θα μου χαμογελάς...
Στο βλέμμα σου θα τρεμοπαίζει
μια υπόσχεση...
που απ' την κόρη των ματιών σου
θα κυλήσει...
θα ενωθεί με μια ανθοσταγόνα
του ουρανού και θα χαθεί
καθώς θα ξεμακραίνεις....
Θα τρέχω να μαζεύω τη βροχή
έτσι συντετριμμένη...
που ούτε μια λέξη
από τ' αγαπημένα χείλη σου
δεν άκουσα...
καθώς θα με συνθλίβει η σιωπή...
να βρω μες στις σταγόνες
την υπόσχεση...να μη χαθεί...
Θα τρέχω σαν τρελή
να πιάσω το άπιαστο...
Δε θα το βρω...
Κι εσύ θα ξεμακραίνεις...
όλο και πιο μικρός θα γίνεσαι...
Ώσπου στο τέλος θα χαθείς...
Δε θα σε ξεχωρίζω...
Μία σταγόνα της βροχής κι εσύ
μες στις πολλές...
θα σβήνεις...
καθώς θα με συνθλίβει η σιωπή...

Μαρία Γασπαράτου


Επικίνδυνα βήματα...

Μικραίνει συνεχώς
η απόσταση...
Μία κουβέντα δρόμος πια
ως την απόγνωση...
Πρέπει ν' αντισταθώ...
Σε μια καλημέρα που αυτοκτόνησε
βίαια κρεμασμένη απ' τα χείλη...
Στο παγωμένο χαμόγελο
που έγινε θρύψαλα
κάτω από μια αδέξια γκριμάτσα...
Σε αγγίγματα που πονάνε
και βλέμματα που πυροβολούν...
Τρέμω τα επικίνδυνα βήματα
της ψυχής στο σκοτάδι...
Πρέπει ν' αντισταθώ...
Στις αναμνήσεις που παραποιούν
την αλήθεια...
Στα μεταμφιεσμένα με περίσσια
παραμυθόσκονη ψέμματα...
Στη θλιβερή αβάσταχτη σιωπή
που η ψυχή επιμένει να παρερμηνεύει...
Πλησιάζω ολοένα σ' εκείνη
την ύπουλα σκοτεινή γωνίτσα του μυαλού
που οι σκέψεις έχουν παραταχθεί
με τα όπλα υψωμένα...έτοιμες
να μ' εκτελέσουν...
Πρέπει ν' αντισταθώ...
Στις αναίτιες ενοχές...
Στις προσεκτικά επιλεγμένες ιδέες
που υπονομεύουν την ευτυχία...
Στην  ψυχή που δεν εννοεί
να πετάξει από πάνω της το
χιλιοτρυπημένο  μαύρο ρούχο
μιας παραπλανητικής προστασίας...
Πρέπει να αντισταθώ...
Γιατί έξω ο ήλιος λάμπει...
Γιατί ο χρόνος είναι αμείλικτος...
Γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη...

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Πες μου πως τα κατάφερες...

Νίκησες τις σκοτεινές μου μέρες...
Το χαμόγελό σου Αυγουστιάτικος ήλιος...
Ούτε μ' αγγίζουν οι βροχές...
Ουράνιο τόξο η χαρά σου...
Πες μου πως τα κατάφερες;
Γλύκανες τους χειμώνες...
Έχουνε τόση ζεστασιά τα μάτια σου...
Είναι γεμάτα καλοκαίρια...
Κι όταν σε βλέπω δέντρο δυνατό να γίνεσαι
ξεχνώ κάθε δική μου αδυναμία
κάτω από τη σκιά σου...
Πες μου πως τα κατάφερες;
Δεν ξέρω τι θα πει θυμός που να κρατάει...
Πέταξα στα σκουπίδια το "εγώ"
κι έκανα το "εσύ" σημαία...
Έβαλα τη ζωή μου δεύτερη
μετά απ' τη δική σου...
Πες μου πως τα κατάφερες;
Κι είσαι η πρώτη σκέψη το πρωί
κι η τελευταία μου τη νύχτα...
Που ότι κι αν κάνω...όσα κι αν δίνω
φοβάμαι πάντα πως δεν είναι αρκετά...
Που αυτό το δόσιμο
δίνει σ' εμένα πιο πολλά...
Πες μου πως τα κατάφερες;
Κι αυτή η αγάπη δε ζητάει τίποτα
και φέρνει μόνο ευτυχία...
Που αυτή η αγάπη...απέραντη
ασύλληπτη...απόλυτη...
μ' άλλη καμιά στον κόσμο αυτό
δε μοιάζει...
Πες μου πως τα κατάφερες;


Για τον ήλιο της ζωής μου....
το γιο μου που σήμερα
μπήκε στα 16...
Να τα εκατοστήσει με υγεία και τύχη!!!

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Το ιερό εντός σου...

Ακούμπησα ένα χάδι στα μαλλιά σου...
ένα φιλί στα χείλη σου...
μια ματιά στα μάτια σου...
μια λέξη στη σκέψη σου...
Μαζί σου όλα γίνονται πουλιά...
Όπου κι αν τ' αφήσω πετάνε...
σε γνώριμα μονοπάτια...
χωρίς προσπάθεια...
Χρόνια και χρόνια η ίδια διαδρομή...
Προορισμός το ιερό εντός σου...
Η πύλη ανοιχτή όπως πάντα...
Δίχως κλειδιά... δίχως φύλακες...
Μόνο για μένα...
Αποδέκτης κάθε μου κίνησης...
κάθε μου λέξης...κάθε μου βλέμματος,
το άβατο μέσα σου...
Προσέχω...
Να 'ναι ντυμένη με αγάπη
αυτή μου η ελευθερία...
Να μη γίνουν τα χάδια ξύλινα...
τα φιλιά πέτρινα...τα λόγια άχρωμα...
τα βλέμματα άδεια...
να μη μείνουν όλα αφτέρουγα...
να μην πονάνε...
Να μην κλείσουν οι δρόμοι...
Να μένει η πύλη ανοιχτή...
Προσέχω...
Κανένας θυμός...καμιά αστοχία...
να μη μου στερήσουν την πρόσβαση...
Ποτέ μη μ' αφήσεις απ'έξω...
Δεν έχω άλλη προσδοκία...
Μόνο να υπάρχω στον ιερό σου τόπο...
με ευλάβεια...με σεβασμό...με αγάπη...
Μόνο αυτό...
Κι εγώ θα προσέχω...

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Τύμπανα πολέμου...

Ασφυκτιάς στην αγκαλιά των αναπάντητων...
Θανατηφόρο τύλιγμα φιδιού γύρω απ' την ψυχή...
Οι χτύποι της καρδιάς μοιάζουν με τύμπανα πολέμου...
Ποια μάχη προαναγγέλλουν;
Δεν υπάρχει τίποτα πλέον να υπερασπιστείς...
Μετράς ακόμα απώλειες...
Ο μόνος που μάχεσαι πια
είναι ο εαυτός σου...
Κι η ζωή ένα τίποτα...
Αγώνες...κραυγές...τρεχαλητά...
Τόση φασαρία για ένα τίποτα...
Στο τέλος του δρόμου σε περιμένει το έπαθλο...
Ένα μεγαλοπρεπές άδειασμα...
Κι αυτός ο καλπασμός στο στήθος
δε λέει να κοπάσει...Τι κυνηγάς;
Τι σε κυνηγάει;
Που τρέχει να φτάσει η ψυχή σου...
Είναι παγιδευμένη...
Την έκλεισες για πάντα σένα κύκλο...
Ξόδεψες τη ζωή σου
αναζητώντας το κέντρο του
μα διανύεις μόνο χιλιόμετρα
πάνω στην περιφέρεια του...
Αστόχησες...
Απέτυχες...
Άδειασες...
Αυτή η φυλακή δεν έχει τέλος...
Ήρθε κι απόψε η νύχτα...πάλι χωρίς απαντήσεις...
Μη ρωτάς τίποτα...
Κοιμήσου...μπες στη σιωπή ενός ονείρου...
βρες ένα μικρό κομμάτι ελευθερίας...
Ησύχασε...να πάψουν τουλάχιστον για λίγο
να ηχούν τα τύμπανα...







Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Τα μάτια μου...

Λείπεις...
Πάει καιρός που λείπεις...
Η ψυχή μου το παλεύει...
αντιστέκεται στην απουσία...
μένει όρθια...έστω με κάποια δεκανίκια...
Συνηθίζει λίγο λίγο να υπάρχει
έστω με κάποια αναπηρία...
Τα καταφέρνει...
Τα μάτια μου όμως...
Πως να τ' αντέξουν που σ' έχασαν τα μάτια μου;
Πως ν' αντικρίζουν ένα κόσμο άδειο από σένα...
Σα μετανάστες περιπλανιούνται σε ξένες πατρίδες...
Αφιλόξενα τοπία ματώνουν την όραση...
Ραγίζει το βλέμμα σε εικόνες που δεν είσαι μέσα...
Καμιά ομορφιά δε διώχνει το γκρίζο...
Κοιτώ πια μέσα από γυαλιά ραγισμένα...
Παραμορφωμένα όλα...σπασμένα...θολά...
Άχρηστα μάτια...
Μόνο τα βράδια όταν σφαλίζω τα βλέφαρα
ζωντανεύει η μορφή σου όπως τότε...
αλλάζει ο κόσμος γεμίζει με χρώμα...με φως...
Σε βλέπω και πάλι...τα μάτια μου βρίσκουν
επιτέλους πατρίδα...και νιώθω πως ζω...
Τη νύχτα...
Στα μάτια μου βάλσαμο η νύχτα...
Η εικόνα σου ανατολή...γαλάζια θάλασσα...
ανάσα ζωής...
Ως το πρωί...

Η λίμνη...

Η αγάπη σου μια ήσυχη λίμνη με νούφαρα...
Χανόμουν στη γαλήνια ομορφιά της...
Κύκνοι λευκοί τα φιλιά σου με ταξίδευαν
στα ήρεμα γλυκά νερά...
Κι αφού αυτή η λίμνη με σεργιάνισε
και με νανούρισε στις βελουδένιες όχθες
άρχισα να ονειρεύομαι τις θάλασσες..
τα μακρινά ταξίδια...τα ανεξερεύνητα νησιά...
τις χρυσαφένιες αμμουδιές...τα κοραλλένια βάθη...
Έφυγα...
Σ' άφησα...
Με μάγεψαν τα πέλαγα... η αρμύρα...
οι μακρινοί ορίζοντες...
Με πήραν...
Τώρα παλεύω μες στα κύματα...
χτυπιέμαι ανελέητα στα βράχια...
Ψάχνω για ήρεμα νερά
μα βρίσκω μόνο τρικυμίες...
Πόσο μακριά είναι η λίμνη σου...
Τι κι αν ακόμα περιμένεις στην όχθη...
Πως ν' ανταμώσει η λίμνη με τη θάλασσα...
Πως ν' ανταμώσουμε εσύ κι εγώ...
Ίσως αν η αγάπη σου γινόταν ποταμός...



Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Το ταξίδι...

Ήταν μακρύς ο δρόμος...
Δεν άντεξες...
Σε κούρασαν οι ανηφόρες...
τα δύσβατα στενά...τα σκοτεινά σοκάκια...
Ξέρω...
Δεν είναι εύκολο να περπατάς
στην άκρη του γκρεμού...
Μα σε κρατούσα απ' το χέρι...
Θυμάσαι;
Δεν είχε μόνο πέτρες στο διάβα μας...
είχε κι αγριολούλουδα
μα εσύ τα αγνόησες...
Έριχνες κλεφτές ματιές στην άβυσσο...
Έψαχνες τρόπο να ξεφύγεις...να φύγεις...
Ήτανε τόση η αγωνία σου...
Δεν είδες καν το γλάρο
που προπορευόταν...
Δεν ήταν μόνο ο φόβος σου...
Ήταν που πάντα γύρευες τα εύκολα...
Μα ο δικός μου δρόμος
ήταν για ριψοκίνδυνους συνοδοιπόρους...
Στο πρώτο σταυροδρόμι
το χέρι μου ορφάνεψε...
Έτρεξες στη μεγάλη λεωφόρο...
Ασφαλής και ήσυχος βάδίζεις τώρα
στα πλατιά πεζοδρόμια...
στους ασφαλτοστρωμένους δρόμους...
με τους εκτυφλωτικούς φανοστάτες
και τα φανάρια...
Γκρίζο τοπίο...
Το βήμα σου όμως σίγουρο...
Δεν έριξες πίσω σου ούτε μια ματιά...
Καθόλου δε νοιάστηκες για το κορίτσι
που βάδιζε μόνο στην άκρη του γκρεμού...
Μα ξέρεις κάτι;
Εκεί στο τέλος του δικού μου Γολγοθά
μας περίμενε η θάλασσα...
Απέραντη...γαλάζια...γαλήνια...
για να μας ταξιδέψει...
Όμως εσύ δεν πρόσεξες το γλάρο...
Τι σημασία έχει τώρα
που μετάνοιωσες...
Το 'χασες το ταξίδι...

Το βιβλίο...

Κρατώ ένα βιβλίο...
Εκείνο που μου χάρισες...
Χαμογελώ πικρά με τον τίτλο:
"Αιώνιοι έρωτες"...
Γροθιά στην ψυχή η αφιέρωση:
"Αιώνια κι εγώ δικός σου"...
"Να σου κρατά συντροφιά
όταν θα λείπω..." μου είχες πει...
"κι αφού ποτέ δε θα λείπω...
δεν θα το αρχίσεις καν..."
Γελούσες...
Γελούσα κι εγώ...
τόσο ευτυχισμένη...
τόσο σίγουρη...
τόσο τραγικά ανυποψίαστη...
Και δεν το άρχισα ποτέ...
Το ξέχασα σε κάποιο ράφι...
Ήταν οι ώρες μου...
ήταν οι μέρες μου...
ήταν ολόκληρη η ζωή μου
γεμάτη από σένα...


Δε φοβόμουν τις βροχές...
Η ζωή ήταν καλοκαίρι...
Εσύ ήσουν καλοκαίρι...
Ο έρωτας φως...ήλιος...Αύγουστος...
Κι έμεινα με τα χέρια...με τη ζωή...
με την ψυχή μου άδεια...
Τώρα κρατώ ξανά αυτό το βιβλίο...
Σ' αναζητώ στις σελίδες του...
στα μαύρα μικρά γράμματα...
στα κρυμμένα νοήματα...
Δε σε βρίσκω...
Δεν υπάρχεις πουθενά...
Έμεινε μόνο η αφιέρωση...
Πέντε λέξεις...
Πέντε ψέματα...
Όλα ψέματα...
Τίποτε αληθινό...
Αρχίζω ν' αμφιβάλλω
αν σε είχα ποτέ...
Παραλογίζομαι...
Κλείνω το βιβλίο...
Δε θα το πετάξω...
Το αφήνω πάλι στο ράφι...
Έτσι για να 'χω κάτι από σένα...
όταν νιώθω πως τρελαίνομαι...
μια απόδειξη ότι υπήρξες κάποτε
στη ζωή μου...




Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Τεντωμένο σχοινί...

Σαν τρελή βγήκα έξω στο δρόμο...
Περπατώ και δεν ξέρω που πάω ...
Ασταθή βήματα
πάνω σ' ένα τεντωμένο σχοινί...
Κι από κάτω η πόλη αυτή
σαν θηρίο βρυχάται
Με απειλεί...με τρομάζει...
Μ' ένα στόμα πελώριο ανοιχτό
περιμένει...
το λάθος βήμα...την πτώση μου...
την ώρα που με βουλιμία
θα με καταπιεί...
Όλα γύρω μου ξένα...
Κανείς πουθενά...
Με κοιτούν κάποιοι άγνωστοι
με απορία που κλαίω...
Άδικα φόρεσα τα μαύρα γυαλιά...
Πως να κρύψουν μια θλίψη
που πια έγινε δεύτερο δέρμα,
σ' ένα πρόσωπο που ξέχασε
να χαμογελά...
Τα λόγια σου πολέμου ιαχές
τρυπάνε τ' αυτιά μου...
Καλύπτουν τους ήχους της πόλης...
τους ήχους του δόμου...
φωνές... βουητά... κορναρίσματα...
μοιάζουν να 'ρχονται από άλλο πλανήτη...
Εσύ πια ένας ξένος...όλα ξένα...πόλη ξένη
Κι εγώ μόνη...χαμένη...κενή...
ακροβατώ σ΄ενα σάπιο σχοινί που ξεφτίζει
κι από κάτω η πόλη σαν θηρίο βρυχάται...
μ' ένα στόμα πελώριο ανοιχτό...
Περιμένει...

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Νύχτα...

Έστησες τον ιστό σου περίτεχνα...
μπροστά απ' το φως του φεγγαριού...
Κι εγώ μια πεταλούδα της νύχτας
ζαλισμένη από τη λάμψη του
έπεσα μέσα...παγιδεύτηκα...
Χτυπούσα απελπισμένη
τα φτερά μου..
μα βούλιαζα όλο πιο βαθιά
στην κρύα φυλακή σου...
Έμενα να κοιτώ το φεγγάρι
με έκπληξη
που τελικά ήτανε τόσο μακριά...
Στράγγιζε η ζωή μου...
σ' αυτό το βασανιστικό θάνατο...
σ' αυτή την ατέρμονη νύχτα...
Ψιθύριζα προσευχές...
Έστελνα τα όνειρά μου στον ουρανό...
Γινόντουσαν αστέρια...
Έφεγγαν χλωμά τη νύχτα μου...
Οι ελπίδες μου κρεμασμένες
στα κατάρτια των βραδινών καραβιών...
Γινόντουσαν πανιά.
Τα φούσκωνε της ψυχής μου ο άνεμος
Ταξίδευαν...
Κάποτε ο ιστός σου χαλάρωσε...
μα πια εγώ είχα δυο τσακισμένα φτερά...
Πως να πετάξω...
Οι προσευχές μου χάθηκαν στο δρόμο για το Θεό...
Τα όνειρά μου κουράστηκαν
να περιμένουν τη μοίρα...
Έγιναν πεφταστέρια...
Άφησαν μια λαμπερή γραμμή
πριν σβήσουν...
Αδύναμος πια της ψυχής ο άνεμος
σταμάτησε να φουσκώνει τα πανιά...
Οι ελπίδες τσαλακώθηκαν...
Έμειναν μεσοπέλαγα...
ακίνητες...ανήμπορες...νεκρές...
Κανένα λιμάνι...πουθενά...
Κι εγώ από κεκτημένη ταχύτητα
χτυπώ ακόμη τα φτερά μου...
τα ματώνω...
στον ξεφτισμένο σου ιστό...
Δε θέλω πια να δραπετεύσω...
Κι ενώ τόσο πολύ λαχτάρησα το φως
βουλιάζω στο σκοτάδι...
κρύβομαι...το αποζητώ...
αφού τα άδεια μάτια μου
συνήθισαν στη νύχτα...

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Για χάρη σου...

Έστειλα στο κατόπι σου
φιλιά τριανταφυλλένια
να σε ξεπροβοδίσουν...
Κι αυτά τρέξαν ξωπίσω σου
κι απλώθηκαν κι ανθίσαν
και γέμισε ο κόσμος ευωδιές...
Γέμισαν με τριαντάφυλλα οι δρόμοι
οι πλατείες οι τόποι όλοι που πέρασες
τα σπίτια τα στενά...
με ρόδα κόκκινα πλημμύρισαν
κι αρώματα αγάπης...
Για χάρη σου...
μεταμορφώθηκε η πόλη
σε κόκκινη τριανταφυλλιά...
Για χάρη σου...
εγώ τους άλλαξα τους χάρτες...
σε μονοπάτια σίγουρα να σε οδηγούνε ...
Να μη χαθείς...
Μη ξεχαστείς και δε γυρίσεις...
Και δε φοβάμαι...
Εύκολος πάντα είναι
του γυρισμού ο δρόμος
σαν είναι κεντημένος
με κόκκινα φιλιά τριανταφυλλένια...
με ρόδα της αγάπης...


Ματωμένο δειλινό

Ποτέ δεν ξεχνώ το ματωμένο δειλινό...
Ο ήλιος έφευγε βαριά πληγωμένος...
Τα σύννεφα...λευκά μαντήλια...
έτρεξαν να δέσουν τις πληγές
μα γέμισαν κι εκείνα αίμα...
Πονούσε τόσο αυτό το δειλινό...
Έφευγε ο ήλιος...έφευγες κι εσύ
βαριά πληγωμένος...
Θυμάμαι ακόμα...
Ένα φιλί πικρό στο λιμάνι...
δυό λόγια μισά 
που από άμυνα ξέχασα...
Το σφύριγμα του πλοίου...
το κεφάλι σου που έστρεψες
με αγωνία...μια τελευταία ματιά 
πριν ανέβεις...
μια ελπίδα στο βλέμμα πως κάτι 
θ΄αλλάξει τα πάντα...πως η μοίρα
θα ανατρέψει αυτή τη στιγμή...
Τίποτα...Ο ήχος της άγκυρας σαν 
βρόγχος θανάτου
πέταξε με δύναμη πάνω μας
μια άγρια πραγματικότητα...
μας διέλυσε...
Το χέρι σου βλέπω ακόμα...
υψωμένο με κόπο...να γνέφει αντίο...
κι εσύ μια σκιά πορφυρή,
ματωμένο κομμάτι του δειλινου...
μοιάζεις να χεις κοπεί στα δύο...
Δεν το κατάλαβες τότε...
Η σκιά σου έφυγε...
Δεν έφυγες εσύ...
Εσύ έμεινες μαζί μου στην αποβάθρα...
Το αντίο που με κόπο
έγνεψε το χέρι σου δεν ήταν για μένα...
Το ματωμένο εκείνο δειλινό
αποχαιρέτησες για πάντα την ψυχή σου...