Αναγνώστες

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Όπου με βγάλει


Σε μια αυτοσχέδια κιβωτό
περιπλανιέμαι χρόνια τώρα.
Τα ταξιδιωτικά μου κιάλια 
θόλωσαν
και πια δε βλέπω μακριά.
Όσα καράβια περνούν
δεν τα φτάνω.
Κάθε φορά που ξημερώνει
ελπίζω πως θα δω
ένα νησί, ένα ακρωτήρι, 
έναν βράχο.
Κάθε φορά που σκοτεινιάζει,
στο φως ελπίζω κάποιου φάρου.
Όμως χαράζει και νυχτώνει
σε μια επίμονη σιωπή.
Πατρίδα μου λοιπόν 
θα κάνω τη θάλασσα.
Σπίτι μου 
αυτήν εδώ την κιβωτό.
Μόνη δεν είμαι.
Στη στέγη μου 
βρίσκουν αναπαμό οι γλάροι...
θαλασσοπούλια 
μου κάνουν συντροφιά...
και δε με νοιάζει πια...
το χέρι μου δίνω στον άνεμο
κι όπου με βγάλει.

Μαρία Γασπαράτου




Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Σαν νούφαρο


Βράδυ του Αυγούστου...
ο δρόμος έρημος,
η φύση ησυχάζει
και μόνο ένας τζίτζικας 
σε παραλήρημα, 
με το διαπεραστικό τερέτισμά του, 
σχίζει της σκέψης μου 
τον μπερδεμένο ιστό.
Ένα αστέρι 
σαν χρυσαφιά σταγόνα
πέφτει θαρρείς 
στο μέτωπό μου
μετά την άσκοπη πορεία του 
στο κενό.
"Ευχές μην κάνεις"... μου λέει...
"στον τόπο αυτόν δεν πιάνουν"...
Σπρώχνω με ορμή 
μια ενοχλητική ελπίδα,
κλείνω τα μάτια...
στο αύριο αφήνομαι 
όποιο και να 'ναι.
Πόσο είναι ωραίο
τίποτα να μην προσμένεις...
μόνο σαν νούφαρο ,
σε λίμνη ακίνητη
ν' ανοίγεις τα λευκά σου πέταλα
και ν' αγκαλιάζεις 
το φως του φεγγαριού.

Μαρία Γασπαράτου

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Αέρας έγινα


Στην καρδιά του Αυγούστου,
παράταιρες χιονονιφάδες 
οι σιωπές σου.
Δεν είναι τόσο η απουσία σου
που μια γεύση πικρή
φέρνει στα χείλη,
ούτε που δε με ψάχνεις πια...
είναι όλα εκείνα, 
χαμένα που πήγαν...
τα λόγια, οι στίχοι,
οι άνεμοι 
που έφταναν από μακριά
και μια αρμύρα έδιναν 
σχεδόν εθιστική
στην απόσταση.
Τώρα ατέλειωτος φαντάζει ο δρόμος,
αλλού τραβούν τα βήματά μας
κι εγώ 
αέρας έγινα -όπως σου είχα πει- 
φύλλα ξερά να σκορπίσω μακριά,
το φθινόπωρο.

Μαρία Γασπαράτου

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Σε ξένους χάρτες


Σ' αυτό το καράβι
φόρτωσα πρώτα πρώτα 
την ψυχή μου,
τα λιγοστά μου υπάρχοντα
κι ένα κορμί 
στην αυταπάτη του ντυμένο,
συνέχεια πως θ' ανθίζει.
Θάλασσες ονειρεύτηκα μακριά, 
και τόπους που θα έφτανα
για να τους σεργιανίσω.
Νόμιζα θα γινόμουν καπετάνιος
μα η ψυχή μου 
εδώ κι εκεί ξοδεύτηκε
και χάθηκε σε ξένους χάρτες...
Λοστρόμος στο καράβι μου 
απόμεινα...
σε μαύρα στάσιμα νερά
συνήθισα 
και δεν παλεύω πια
άγκυρα να σηκώσω.
Σε ανέμους άγριους επέτρεψα
να σχίσουν τα πανιά,
σε κύματα τεράστια 
να με κρατήσουν πίσω.
Τώρα, πέρα κοιτώντας,
τον μακρινό ορίζοντα,
το ξέρω πια... 
δεν προλαβαίνω...


Μαρία Γασπαράτου