Αναγνώστες

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Κάποιος Ιούλιος...

Βαδίζω σα χαμένη στην άκρη του πεζοδρομίου...
Εδώ και μέρες ακολουθώ αυτή την πορεία...
Ένα βήμα έξω και...τέλος...
Πάντα όμως σταθερά κρατώ το βήμα μου...
εκεί στην άκρη του πεζοδρομίου...
πλάι στη μεγάλη λεωφόρο...
Σαν τον ακροβάτη μοιάζω να ισορροπώ
σ' ένα τεντωμένο σχοινί πάνω απ'τον κόσμο...
δίχως δίχτυ ασφαλείας...
Ένα κάπως ασταθές βήμα,
και θα βρεθώ αγκαλιά με το κενό...
Θα γίνω ένα με το τίποτα...
Τα αυτοκίνητα περνούν
σα μαινόμενοι ταύροι από δίπλα μου...
Σχεδόν με αγγίζουν...
Ο αέρας σηκώνει το φόρεμά μου...
Κάποιος μου σφυρίζει
πάνω σε μια μηχανή,
λίγο πριν σκοτωθεί στην επόμενη διασταύρωση...
Συνεχίζω προσεκτικά το περπάτημα
στην ίδια ευθεία...
Προσπαθώ να ευθυγραμμίσω τις σκέψεις μου...
Προσπαθώ να βρω τον εαυτό μου...
Δυσκολεύομαι να θυμηθώ
που τον έχω παρατήσει...
Νομίζω κάπου, κάποτε, σε κάποιο σταθμό,
σε κάποιο τόπο, άφησα την ψυχή μου...
Μόνο το σώμα μου μπήκε στο τρένο...
Κι έτσι απόμεινα μισή
κι εγώ και η ζωή μου...
Τώρα σέρνω με κόπο
 το άδειο μου σαρκίο...
δεν ξέρω τι να το κάνω...
Μου φαίνεται άχρηστο πια...
Εδώ σ' αυτή τη λεωφόρο,
η ζωή φλερτάρει με το θάνατο...
η λογική του κόσμου
με το παράλογο της ζωής μου...
Η επιλογή είναι ζήτημα δευτερολέπτου.
Όμως το βήμα δείχνει αναποφάσιστο...
Μέσα ή έξω;
Έφτασα κιόλας στο θλιβερό σπίτι...
Κι απόψε η απόφαση έμεινε να αιωρείται
πάνω απ' τη λεωφόρο...
Είναι που τίποτε πια δε μπορώ να τελειώσω...
Όλα απομένουν μισά...
Γυρίζω το κλειδί στην πόρτα...
Η σιωπή με περιμένει σα διαρρήκτης,
για να ληστέψει κάθε ελπίδα μου...
Πέφτω με τα ρούχα στο κρεββάτι...
Πέρασε άλλη μια μέρα μοναχική...
μίζερη...μισή...
Κλείνω το φως...
Κλείνω τα μάτια...
Να έβλεπα τουλάχιστον
ένα ολόκληρο όνειρο...


Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Πληγωμένα παιδιά.

Είναι κάτι πληγωμένα παιδιά...
Βλέπεις στα μάτια τους
τη ζωή και το φόβο να αντιμάχονται...
Τα παιδιά στη Συρία, στο Πακιστάν,
στην Ειδομένη, στο Αιγαίο, στα λιμάνια,
στα ύποπτα πάρκα, στις κακόφημες πλατείες,
έξω από τις εκκλησίες, στους δρόμους,
στα φανάρια, στην παραπάνω γειτονιά,
στην απέναντι πολυκατοικία,
στη διπλανή πόρτα...
Είναι τα παιδιά που σκαρφαλώνουν
πάνω σε αιχμηρά συρματοπλέγματα,
που κρύβονται σε καταφύγια,
που κολυμπούν στα παγωμένα νερά
του Αιγαίου, που απλώνουν το χέρι
στους περαστικούς, που καθαρίζουν τα τζάμια
των αυτοκινήτων μας,
που λιποθυμούν από την πείνα στα σχολεία,
που φορούν τρύπια παπούτσια το χειμώνα,
που διαβάζουν με το φως ενός κεριού
και ζεσταίνονται πάνω από ένα μαγκάλι.
Είναι τα παιδιά που δεν παίζουν,
δε γελάνε, δεν ονειρεύονται.
Αγωνίζονται μόνο να ζήσουν.
Κι η ζωή τους παίζεται καθημερινά
κορώνα γράμματα.
Στη γωνία τα περιμένει ο δολοφόνος
που θα πουλήσει τα όργανά τους,
ο παιδεραστής που θα ξεσπάσει πάνω τους
τα κτηνώδη ένστικτα του,
ο έμπορος των ναρκωτικών
που θα τα κάνει βαποράκια,
ο κακοποιός που θα τα μυήσει
στην παρανομία,
ο μαστροπός που θα σκοτώσει
την αθωότητά τους.
Τα γυμνά τους πόδια πατούν
πάνω στα γυαλιά της κομματιασμένης
ανθρωπιάς μας.
Τα προσωπάκια τους μαστιγώνει
ο παγωμένος αέρας της αδιαφορίας μας.
Κουβαλάνε το σταυρό των αμαρτιών μας.
Είναι ασήκωτος για τους αδύναμους ώμους τους.
Αλλά ποιος νοιάζεται;
Στα χέρια μας τα καρφιά και το σφυρί.
Εκεί στην κορυφή του Γολγοθά τους,
θα τα σταυρώσουμε.
Κάθε παιδί κι ένας μικρός Χριστός.
Χτυπάμε τα καρφιά στα παιδικά κορμάκια.
Ασυγκίνητους μας αφήνει το αίμα τους
που άδικα χύνεται.
Το δικό τους αίμα δεν πρόκειται
να σώσει τον κόσμο.
Αυτός ο κόσμος με τίποτε δεν σώζεται.
Γι αυτόν τον κόσμο έχει χαθεί η ελπίδα.

Μαρία Γασπαράτου






Λέξεις.

Δεν τις αντέχω τις λέξεις σου...
Τις κοφτές...τις σύντομες...
Δεν επιτρέπουν αμφισβήτηση...
Κλείνουν το δρόμο σε αντιρρήσεις...
Υψώνουν τείχη...
Δολοφονούν το διάλογο...
Με εκβιάζουν τα ''πρέπει'' σου...
με εξοργίζουν τα ''θα'' σου...
με πληγώνουν τα ''όχι'' σου...
με μπερδεύουν τα ''ίσως'' σου...
με τρομάζουν τα ''μη'' σου...
μ' αρρωσταίνουν τα ''γιατί'' σου...
με σκοτώνουν τα ''ποτέ'' σου...
Οι πέτρινες, ανάλγητες,
οι άκαμπτες σου λέξεις.
Μα η ζωή είναι ξεκάθαρη...
Η ευτυχία είναι απλή...διάφανη...
Η δικτατορία της λογικής σου,
μ' εμποδίζει να την αγγίξω...
Κι ο κόσμος εκεί έξω,
μου δείχνει δρόμους να  βαδίσω...
πόρτες να τις ανοίξω...
θάλασσες να ταξιδέψω...
ουρανούς ν' ανακαλύψω...
αλήθειες να δω που δεν τολμούσα πριν...
Θα ρίξω το συρματόπλεγμα
που ύψωσες...
Αυτό που με χωρίζει απ' τη ζωή...
Με τις δικές μου λέξεις...
Τα ''θέλω'', τα ''μπορώ'', τα ''τολμώ'',
τα ''αισθάνομαι'', τα ''λαχταρώ'',
τα ''αγαπώ'' μου...
Και ξεκινώ με μία,
που έφτανε
ως την άκρη των χειλιών μου
και την φυλάκιζα εκεί: ΦΕΥΓΩ.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Ευτυχία.

Το πρώτο φως με το φιλί σου το μετάλαβα,
απ' τ' άγιο δισκοπότηρο του ήλιου.
Η καλημέρα σου λουλούδι,
τα μαλλιά μου στόλισε,
που η ευωδιά του έφτασε
βαθιά μες στην ψυχή μου.
Το βλέμμα σου καυτός μανδύας του έρωτα,
τυλίχτηκε ανυπόμονα επάνω στο κορμί μου.
Γλάρων φτερά τα χάδια σου,
πάνω από πόθων θάλασσες,
με βγάλανε σε ανατολής σεργιάνι.
Το πρωινό το σ' αγαπώ σου,
είναι η ζωή που μου χαμογελάει.
Κι ετούτο το ξημέρωμα στο πλάι σου,
εγώ το βάφτισα Ευτυχία!




Κι έτσι όπως ξύπνησα και σ' είδα πλάι μου
και μια δέσμη φωτός από τις γρίλιες
χάιδευε τα μαλλιά σου,
είπα πως τελικά η ζωή είναι ωραία
και πως αξίζει να το παλέψω και σήμερα...

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Ιππολύτη.

Μεσάνυχτα!
Ορθάνοιχτα και σήμερα τα μάτια.
Σα πόρτες σ' ένα έρημο, εγκαταλειμμένο σπίτι,
που οι ένοικοι του φεύγοντας, ξεχάσαν ανοιχτές.
Θέα κι απόψε στο ταβάνι.
Είναι ο δικός μου βραδινός έναστρος ουρανός.
Αστέρια είναι οι λέξεις,
αυτές που κάποτε ειπώθηκαν.
Αστέρια λαμπερά,
λούζουν με φως τον ουρανό μου
και άλλα πάλι σκοτεινά,
που στάζουν αίμα.
Στο σύμπαν του μυαλού μου,
σκόρπιες εικόνες
εδώ και κει, χαράς και πόνου.
Οι μαύρες τρύπες του ''άλλοτε'',
μέσα τους με ρουφούν
και με πηγαίνουν μακριά.
σ' έναν ασπρόμαυρο πλανήτη.
Η ώρα πέντε.
Τα μάτια ορθάνοιχτα.
Έχω μαλώσει με τον ύπνο.
Είναι καιρός που με μισεί.
Το πρώτο φως μπαίνει απ' τις γρίλιες.
Πυροβολεί το άγρυπνο βλέμμα μου.
Με δύο χέρια-σπασμένα κουπιά,
προσπαθώ να διασχίσω
την απέραντη θάλασσα
της βασανιστικής νοσταλγίας.
Να βρω μια ήσυχη ακτή
στο νησί του σήμερα,
να ξεκουράσω την ψυχή μου.
Βρίσκω κάτι κουρελιασμένα αποφόρια
ελπίδας και τα ντύνομαι.
Δε μπορώ έτσι γυμνή να παλέψω
με τη μέρα που έρχεται.
Και είναι Θεέ μου ατέλειωτη!
Η κάθε μέρα πια, κρατά αιώνες!
Αρπάζω με αγωνία κάτι μισά χαμόγελα,
που άφησα σ' ένα ανθισμένο πάρκο,
ένα βράδυ καλοκαιριού.
Τα κάνω πανοπλία,
μα είναι χάρτινη.
Δε ξέρω αν θ' αντέξει.
Μα εγώ είμαι αγωνίστρια.
Με λένε Ιππολύτη.
Έμαθα να μάχομαι
σε δύσκολους αγώνες.
Πληγωμένη κι όμως όρθια!
Κουρελιασμένη μα υπερήφανη!
Φοβισμένη αλλά γενναία!
Βάζω καφέ στο φλιτζάνι.
Η μέρα έφτασε κι ο πόλεμος
έχει ήδη αρχίσει...

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

12 Ιουνίου.

Ξαπλώνω πάνω σε κάτι ξεχασμένες επιθυμίες.
Κλείνω τα μάτια.
Προσπαθώ να ονειρευτώ.
Ένας ψυχρός αέρας νοσταλγίας ,
παγώνει την ψυχή μου.
Από το ανοιχτό παράθυρο,
παίρνω το χάδι του ήλιου
και σκεπάζομαι.
Πέρα από τα όνειρα,
εκεί στη χώρα του ΄΄Τότε΄΄,
με ταράζουν οι φωνές όσων άφησα.
-Μα είναι Κυριακή. Φωνάζω.
-Έστω μια Κυριακή αφήστε με να ονειρευτώ.
Μάταια...
Ζητούν την ψυχή μου.
Ανοίγω τα μάτια .
Αφήνω τις επιθυμίες ανήμπορες να με διεκδικήσουν.
Τις ξεχνώ και πάλι.
Ο κυριακάτικος ήλιος τίποτε δε μου κάνει.
Κλείνω το παράθυρο.
Έχει μια ψύχρα αυτή η Κυριακή!
Κοιτάω το ημερολόγιο.
12 Ιουνίου.
Καλοκαίρι.
-Περίεργο... μονολογώ και κουμπώνω τη ζακέτα μου.

Μαρία Γασπαράτου


Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Εσείς οι άλλες.

Τι να καταλάβετε εσείς οι άλλες.
Η βλεφαρίδα κάγκελο,
με εφτά στρώσεις μάσκαρα αδιάβροχη,
χρωματιστά κοκαλάκια στα μαλλιά,
καινούρια επώνυμα αντηλιακά.
Δοκιμάζετε το καινούριο σας μπικίνι.
Τι στεναχώρια κι αυτή,
που δε στρώνει η αναθεματισμένη τιράντα.
Κι αυτή η κυτταρίτιδα...
Τόσες κρέμες πήγανε στράφι γαμώτο...
Εγώ πάλι δοκιμάζω τις αντοχές μου.
Έφαγα μόλις μια ολόκληρη σοκολάτα.
Πάει η δίαιτα...
Πολύ λίγο με νοιάζει.
Είναι το τελευταίο που σκέφτομαι.
Τη δίαιτα θα κοιτάμε τώρα
ή να βρούμε λίγη χαρά να την πιάσουμε
από τα μαλλιά, για να μας ανεβάσει
ένα κλικ πιο ψηλά,
μέσα στο πηγάδι με τα φίδια που πέσαμε;
Τι να πείτε κι εσείς οι άλλες...
Ψάχνετε αλαφιασμένες να βρείτε
μια ωραία σανίδα θαλάσσης,
να ταιριάζει με το καινούριο σας μαγιό,
για να ισορροπείτε εντυπωσιακά
πάνω στα κύματα.
Εγώ πάλι ψάχνω απεγνωσμένα
μια σανίδα σωτηρίας,
μήπως και καταφέρω να ισορροπήσω
στην τρικυμία της  ζωής μου.
Αχ εσείς οι άλλες...
Ακούτε τα χαζοτράγουδα στα ραδιόφωνα,
με μια αβάσταχτη δήθεν συγκίνηση,
για κάποιο παλιό γκόμενο που θυμηθήκατε.      
Ω! Τι δράμα κι αυτό!
Ζήτημα ζωής και θανάτου την κάνατε την ανούσια σχέση.
Λες και ξέρετε τι πάει να πει ζήτημα ζωής και θανάτου.
Έπρεπε όμως να δώσετε στη ζωή σας
κι ένα χρώμα λίγο μελό.
Αφήσατε με πολύ κόπο κι ένα δάκρυ εντυπωσιασμού,
που δεν έλεγε να κατέβει το σκασμένο,
για το κέρατο που του περάσατε,
κι ήτανε τόσο καλός τελικά
σε σχέση με τον επόμενο.
Παρωχημένες ενοχές...
Εσείς οι άλλες...
Μέσα στον καθρέφτη στραβομουτσουνιάζετε ,
τρεμοπαίζοντας τα πολύχρωμα μάτια σας,
γιατί δε στρώνει αυτό το καταραμένο τσουλούφι.
Λίγο ακόμα και θα βάλετε τα κλάματα,
που η ηλίθια κομμώτρια έκοψε ένα πόντο παραπάνω
την πλούσια κόμη σας.
Εγώ πάλι, η ένατη, η επιλεγμένη,
βαθιά μες στον καθρέφτη
βλέπω ένα Θιβετιανό μοναχό
και προσπαθώ κάτι να πάρω απ' τη σοφία του,
μήπως και μου χρησιμέψει πουθενά
και τη βγάλω και σήμερα.

Κι η επίδραση της σοκολάτας λίγο κρατάει.
Τι κρίμα!
Λίγη εφήμερη χαρά.
Όλα εφήμερα...
Τόσο προσωρινά και τόσο ανόητα τελικά.
Άστα να πάνε...
Δε θα κλάψω σήμερα, μα ούτε θα γελάσω.
Είναι επιλογή.
Αφήνω τα δάκρυα σε κείνες που δεν έχουν
ούτε καν μια σοκολάτα
κι αφήνω το χαμόγελο σ' αυτές τις άλλες
τις εκλεκτές που τις ανήκει.
Σ' αυτές τις οχτώ...

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Εσύ κι ο εαυτός σου.

Μέσα σε δύσβατους κι έρημους
δρόμους σκορπιέσαι...
Ξενυχτάς διαβάζοντας ψαλμούς...
Με άγιο νερό και με λιβάνι,
προσπαθείς
τ' άγρια χρόνια να ξορκίσεις...
Θες να πιστεύεις πως το δρόμο σου
κάποιοι τον έστρωσαν με πέτρες,
και πάνω τους σκοντάψαν τα όνειρά σου...
Σου είναι βολικό να ξέρεις
πως δε φταις...
πως είσαι ένα πιόνι άβουλο
που άδικα χέρια το κινούν
σε μια κουτσή σκακιέρα...
Τότε γιατί κάθε φορά
κοιτώντας στον καθρέφτη
βαθιά μέσα στα μάτια σου
βλέπεις έναν εχθρό...
κι ας ψάχνεις ένοχους να βρείς
έξω από σένα...
Μόνη σου μπήκες σ' ένα
δάσος σκοτεινό...
Καμίας μάγισσας δε σ' έσπρωξε το χέρι...
Κάθε στιγμή...σε κάθε βήμα...
κοίτα...
χάνεται κάτι από σένα...
Απώλειες αβάσταχτες
ανθρώπων και στιγμών...
Μα τώρα πρέπει να βιαστείς,
να βγεις σε κάποιο ξέφωτο...
Καμιά νεράιδα δε θα είναι οδηγός...
κανένα μαγικό ραβδί
δε θα διαλύσει τα σκοτάδια...
στον εαυτό σου που τον πρόδωσες
πρέπει να βασιστείς...
Πριν είναι αργά θυμήσου...
Εσύ είσαι η μάγισσα, εσύ και η νεράιδα...
Εσύ είσαι ο δήμιος, εσύ κι ο λυτρωτής...

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Κανείς κι απόψε.

Κανείς κι απόψε.
Ούτε ένα μήνυμα.
Ούτε ένα λάθος χτύπημα στην πόρτα.
Καμιά ματιά περαστική τυχαία στη ματιά μου.
Έστω απ' το ραδιόφωνο,
σε κάποιας άλλης αφιέρωση,
ν' ακούσω τ' όνομά μου.
Το φλας δε μου άναψε κανείς,
ν' αλλάξω απλώς λωρίδα,
ή κάποιος κάτω από την ομπρέλα μου να μπει,
να μη βραχεί στην καταιγίδα.
Μία φωνή στο ακουστικό αμήχανη,
να μου ζητά συγγνώμη.
Έφυγε η μισή ζωή
και περιμένω ακόμη.
Κανείς κι απόψε.
Ούτε ένα μήνυμα.
Ούτε ένα λάθος χτύπημα στην πόρτα...


Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Η πόλη.

Έφυγες για τόπους άγνωστους
και κλείδωσες την πύλη.
Πήρες μαζί σου τα κλειδιά
κι άφησες την πόλη ερημωμένη.
Βαριά κατάρα σαν θηρίου σκιά,
πλανάται πάνω από τα σπίτια.
Η απουσία σου ηφαίστειο,
που έκαψε τα πάντα.
Φαντάσματα μονάχα τριγυρνούν
στους άδειους δρόμους.
Τα δέντρα όλα ξεράθηκαν
κι αδειάσανε τα πάρκα από παιδιά.
Στέρεψε η θάλασσα
κι έγινε έρημος αχανής,
χωρίς μια όαση.
Κάτι τραγούδια ξεχασμένα,
γίναν στοιχειά που διώξαν τα πουλιά.
Οι βόρειοι άνεμοι εξοργίστηκαν
και γκρέμισαν τα τείχη.
Παντού βαριά μια μυρωδιά
στάχτης και θανάτου.
Μόνο ερείπια και ζωντανοί-νεκροί
μες στην ομίχλη.
Υπήρχε κάποτε μια πόλη.
Η πόλη που με γέννησε,
η πόλη που με πλήγωσε,
η πόλη που αγάπησα,
η πόλη που δεν άντεξα,
η πόλη που άφησα και μ' άφησε και κείνη.
Έρχομαι μάταια και ξανάρχομαι,
έξω από την κλειδωμένη πύλη,
με την ελπίδα πως κάποτε
τα μάγια θα λυθούν.
Επώδυνες επιστροφές...
Χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό, χωρίς λιμάνι.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Γλυκοχάραμα.

Νόμιζα πως θα 'ρχόταν το χάραμα
κι ήρθε η δύση.
Πίστευα πως θα 'χα δικούς μου
κάμπους μ' αγριολούλουδα
και βρήκα στη θέση τους πέτρες,
που είχαν κρυμμένα στα σπλάχνα τους φίδια.
Ο ήλιος που πρόσμενα
να ρίξει χρυσάφι το φως στα μαλλιά μου,
χάθηκε μέσα στα σύννεφα.
Κι ήρθε η στιγμή να δοκιμάσω και πάλι
τη δύναμη που 'χαν τα χέρια μου,
μα εκείνα λύγισαν.
Δεν άντεξαν το βάρος που ρίξαν επάνω τους
και πέσαν στη γη τσακισμένα.
Τα μάτια μου όμως υψώθηκαν πάνω.
Μια ικεσία που πέταξε αγκομαχώντας απ' την ψυχή μου,
ανέβηκε στα ουράνια,
ψάχνοντας το Θεό.
Κι εγώ προσμένω το γλυκοχάραμα
κι από τον ουρανό μια αχτίδα του ήλιου
μου λέει πως θα΄ρθει.

Μαρία Γασπαράτου

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Τετράγωνη ζωή.

Έβαζες πάντα τη ζωή σου σε τετράγωνα.
Ωραία τακτοποιημένα, πράξεις και συναισθήματα
σε όμοια κουτιά.
Απ' τ' αυστηρά σου όρια, τίποτε δεν άφηνες
να σου ξεφύγει.
Κάπου μέσα σ'αυτό το ακανθώδες συρματόπλεγμα,
μια ωραία θέση έφτιαξες και για μένα.
Με κάθε λεπτομέρεια σχεδίασες τη φυλακή μου.
Όμορφη με παράθυρα στον ήλιο,
που όμως ήταν αεροστεγώς κλειστά.
Για να μην κρυώνω είπες...
Η πόρτα της μεγάλη κι ατσαλένια
και κλειδωμένη επτά φορές.
Πέταξες το κλειδί, ποτέ να μην ανοίξει.
Για να 'μαι είπες πιο ασφαλής...
Ήθελες να 'μαι από πηλό.
Σ' ένα μικρό καλούπι να με βάλεις,
το σχήμα να μου δώσεις που ήθελες εσύ.
Να βελτιώσεις είπες τη ζωή μου...
Μα εγώ ήμουν αέρας και σου ξέφευγα.
Κάστρο απόρθητο η ψυχή μου,
που δεν κατάφερες να αλώσεις.
Η ήττα αυτή για σένα ήταν αβάσταχτη,
γιατί ποτέ δεν έμαθες να χάνεις.
Πάντα σκεφτόσουν κι αισθανόσουν με αριθμούς.
Στη θέση της ψυχής εσύ είχες τεφτέρι.
Τόση η αγάπη, τόσος ο πόνος,
τόση η κατανόηση, τόσος ο σεβασμός.
Μα όμως η ψυχή είναι άλλο πράγμα.
Τίποτε δεν μετράς μ' αυτή.
Μονάχα την ανοίγεις.
Γιατί η ψυχή είναι ατέλειωτη
κι ατέλειωτη χωράει αγάπη,
για να 'χει να χαρίζει.
Αλίμονο σ' αυτούς που είναι μικρή η ψυχή τους.
Ανίκανοι είναι ν' αγαπήσουν,
κι ανάξιοι ν' αγαπηθούν.


Στον πέτρινο τον κόσμο σου
εγώ δεν έχω θέση.
Μες στα στενά δωμάτια της μίζερης ζωής σου,
μου είναι αδύνατον να ζω.
Γι αυτό γυρνώ στον άνεμο,
εκεί όπου ανήκω,
κι εσύ μπρος στα τεφτέρια σου,
κάνε απολογισμό.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Κάτι χειμωνιάτικα απογεύματα.

Όταν περνάς απ' το λιμάνι
θυμήσου...
τα κρύα χειμωνιάτικα απογεύματα...
στα παγκάκια της παραλίας...
Το ηλιοβασίλεμα με γέμιζε θλίψη...
Η αγκαλιά σου δεν ήταν αρκετή...
Το ένιωθες...  μ' έσφιγγες...
όλο και πιο δυνατά...
να νιώσω την αγάπη...
τον έρωτα που φώναζε
μέσα απ' τους χτύπους της καρδιάς...
Άδικα...
Στεγνή η ψυχή μου...
Άκαμπτη...
Ο ήλιος αγωνιούσε...
κρεμασμένος
απ' το μακρύ σχοινί του ορίζοντα...

Όδευε προς το θάνατο...
Το αίμα του σκορπισμένο παντού...
Στον ουρανό... στη θάλασσα...
στα πλακόστρωτα της παραλίας...
στα μαλλιά σου...στα μάτια σου...
Έσταζε στην ψυχή μου...
Ζήλευα τα καράβια...
Ονειρευόμουν ταξίδια...
Μια σκέψη μόνο...
Να φύγω...
Ν' αλλάξω χρώμα στη ζωή μου...
Μα το σκοτάδι το είχα μέσα μου...
Το έσερνα μαζί μου...
Δε μιλούσες...
Κρατούσες σφιχτά τα χέρια μου...
Ονειρευόσουν το αύριο μαζί μου...
Το αύριο σε βρήκε μόνο...
Εμένα αλλού...
Τώρα τα κρύα απομεσήμερα
τριγυρνώ στο λιμάνι...
Μιλάω στη θάλασσα...
ζητάω συγγνώμη...
Γι' αυτά που δεν άξιζα...
γι' αυτά που δεν μπόρεσα...
για όσα προκάλεσα...
Μια συγγνώμη που άργησε...
Την ταξιδεύει ο άνεμος...
το αγριεμένο κύμα...
το αίμα του ήλιου που σκορπίζεται παντού...
Στάσου μπροστά στη θάλασσα...
Κάποιο χειμωνιάτικο δειλινό...
Εκεί στο παλιό λιμάνι...
Θα την ακούσεις...

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Μια χαραμάδα.



Σα ν' άνοιξε μια χαραμάδα.
Μια τόση δα γραμμή.
Κάτι αχνοφαίνεται.
Ένα μικρό κομμάτι ουρανού,
σα γαλάζιο γατίσιο μάτι.
Ένα μικρό κομμάτι ήλιου,
σαν τη φλόγα αναμμένου σπίρτου.
Προσπαθώ να χωρέσω τα δάχτυλά μου.
Πρέπει ν' ανοίξω αυτή τη ρωγμή.
Είναι η μόνη έξοδος διαφυγής.
Κάτι τέτοιες ώρες θα'θελα να 'μουν μυρμήγκι.
Να τρυπώσω και τσακ... να βγω στον ήλιο.
Μου έλειψε η ζεστασιά του.
Μου έλειψε το φως.
Προσπαθώ, προσπαθώ, μάτωσαν τα δάχτυλά μου,
μα θα τα καταφέρω.
Πρέπει να βγω από δω.
Τελειώνει ο χρόνος.
Συννέφιασε.
Έρχεται μπόρα.
Βροντές τρυπούν τ' αυτιά μου.
Δε με νοιάζει τι με περιμένει έξω.
Μόνο να κάτσω λίγο κάτω απ' τη βροχή,
να ξεπλύνω τη ζωή μου.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Μέρες χαράς.

Η θλίψη πάλι έγινε αγχόνη.
Σχοινί ο χρόνος...ο πόνος θηλιά...
Μέρες χαράς...
μα η πόρτα της ψυχής κλειδωμένη...
Λάμπει ο ήλιος στις λευκές εκκλησίες
λιλά και άσπρες πασχαλιές
σκορπίζουν
το αβάσταχτο άρωμα τους...
Πίσω στον τόπο της σιωπής
ένα κορίτσι με ροζ κορδέλες...
η θλίψη ανατέλλει στο βλέμμα του...
είναι που όσο πόθησε
δεν αγαπήθηκε ποτέ...
Ύπουλα που μπερδεύεται ο χρόνος...
δεν ξέρω καν αν κάποτε υπήρξε...
Γέλια παντού... πρόσωπα φωτεινά...
μα ο κόσμος ξένος...
Κάθε χαρά μια μαχαιριά...
Γιορτάζει γύρω το ανεκπλήρωτο...
το ημιτελές...το λάθος...
Βράδιασε κιόλας...
γλυκανασαίνουν τα νυχτολούλουδα
την Απριλιάτικη νύχτα...
Νύχτα που πάντα η ζωή νικά...
Νύχτα Ανάστασης...
Τι κρίμα που δε γίνεται αυτό
με όλους τους θανάτους...

Μαρία Γασπαράτου





Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Και τώρα ήρθες.

Ήξερες πάντα πως να με πονάς,
με μία ικανότητα επαγγελματία.
Μέσα στο ρινγκ κάτω απ' τη ζώνη να χτυπάς
και οι κανόνες να μην έχουν σημασία.

Πεσμένη κάτω σε κοιτούσα να γελάς,
να κοροϊδεύεις τη δική μου αδυναμία.
Διαιτητές κι επιτροπή να εξαπατάς
και νικητής να φεύγεις δίχως τιμωρία.

Κύλισε ο χρόνος,γιατρευτήκαν οι πληγές
και τους ρυθμούς της βρήκε πάλι η ζωή μου.
Άφησα πίσω μου κι εσένα και το χτες,
βρήκε γαλήνη επιτέλους η ψυχή μου.

Και τώρα ήρθες και μου λες πως μ' αγαπούσες,
ψάχνοντας να 'βρεις μια φθηνή δικαιολογία,
που τη ζωή μου δίχως λόγο τη σκορπούσες,
μου λεηλατούσες την ψυχή χωρίς αιτία.

Συγγνώμες δάκρυα και όρκους σπαταλάς,
ζητώντας μία δεύτερη ευκαιρία.
Μα κοίταξε να βρεις αλλού να πας,
δεν έχει χώρο εδώ για άλλη δυστυχία.

Μαρία Γασπαράτου



Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Να ήμουν γλάρος.

Να ήμουν γλάρος
να πετώ πάνω απ' τη θάλασσα,
να συνοδεύω τα καράβια στα ταξίδια.
Πόσο με κούρασαν τα ίδια και τα ίδια!
Άχ πόσο θα'θελα τη μοίρα μου να άλλαζα.

Γαλάζια πέλαγα
να χόρταινε το μάτι μου,
όσα με πλήγωσαν να τ' άφηνα όλα πίσω
και στη στεριά ποτέ να μη ξαναγυρίσω,
αφού η θάλασσα είναι η πιο μεγάλη αγάπη μου.

Βροχή.

Αυτή η μονότονη βροχή πως με κουράζει!
Βαρέθηκα το κλάμα του ουρανού.
Σε σκοτεινά λημέρια του μυαλού
και πάλι η σκέψη μου με βγάζει.

Σ' αυτό το γκρίζο μεσ' στην τόση καταχνιά,
νομίζω πως αρχίζω να βουλιάζω.
Κοιτάζω τη ζωή μου και τρομάζω.
Πως την αντέχω τόση ερημιά!

Αυτή η βροχή δε λέει να σταματήσει.
Κάθε σταγόνα κι ένα δάκρυ της ψυχής.
Τι κρίμα που δε μπόρεσε κανείς,
λίγη λιακάδα στη ζωή μου να χαρίσει.

Μαρία Γασπαράτου

Είναι που γύρισες.

Βγήκε ένας ήλιος λαμπερός
στη μέση του χειμώνα
κι ο κόσμος άλλαξε.
άνθισαν ξαφνικά οι πασχαλιές.
Είναι που γύρισες κι έγινε Απρίλης ο Γενάρης.
Τα δέντρα ντύσαν τα γυμνά κλαδιά τους
και τα πουλιά χτίσαν φωλιές.
Κοπάσανε οι άνεμοι
και λιώσανε τα χιόνια.
Είναι που γύρισες και τέλειωσε ο χειμώνας.
Τα χρόνια που βαραίνανε τους ώμους μου, σκορπίσανε.
Έγινα παιδί ξανά.
Και η ψυχή μου πέταξε τα μαύρα,
φόρεσε πάλι τα λευκά.
Ζωντάνεψε το σκοτεινό μου βλέμμα,
χιλιάδες χρώματα πήρε η ζωή.
Είναι που γύρισες και γύρισε η χαρά.

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Σ' ευχαριστώ.

Εσύ δίνεις χρώμα στο γκρίζο κόσμο μου.
Είσαι πανσέληνος στο σκοτεινό ουρανό μου.
Ο άνεμος που διώχνει τα μαύρα σύννεφα της ζωής μου.
Η ασπίδα της ψυχής που δεν αφήνει κανένα βέλος να την πληγώσει.
Είσαι η δύναμη που δίνει φτερά στα όνειρά μου.
Η φωτιά που ζεσταίνει το χειμώνα της ψυχής μου.
Η πίστη οτι τίποτα δε θα αφήσεις να με πονέσει.
Είσαι ο λύχνος που φωτίζει τα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού μου.
Το χέρι που με σηκώνει κάθε φορά που λυγίζω.
Είσαι η αγάπη και η ελπίδα.
Είσαι τα πάντα.
Σ' ευχαριστώ που υπάρχεις στη ζωή μου.





Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Φοβάμαι.

Φοβάμαι αυτά που κρύβουν οι σιωπές σου.
Την πίκρα πίσω απ' το γέλιο σου.
Το δισταγμό πριν απ' το ''σ' αγαπώ'' σου.
Τα κρυμμένα συναισθήματα μέσα στα λόγια σου.
Το σκοτάδι στο βάθος των ματιών σου.
Τη βιασύνη των χειλιών σου να δραπετεύσουν απ' το φιλί.
Όλα εκείνα που νιώθω πως θέλεις και δεν τολμάς.
Την αμφιβολία που καλύπτει τη φράση σου ''όλα θα πάνε καλά''.
Μα περισσότερο φοβάμαι εμένα.

Φοβάμαι να δω πίσω απ' αυτά που μου δείχνεις.
Φοβάμαι να περάσω τη γραμμή
που χωρίζει την αλήθεια από το ψέμα.
Το όνειρο από τον εφιάλτη.
Φοβάμαι να γυρίσω το νόμισμα
από την άλλη όψη.
Πρέπει να βρω την αλήθεια μου.
Να νιώσω σίγουρη, ελεύθερη, δυνατή.
Να'ναι η ζωή σα διάφανο νερό,
κι εσύ να είσαι ήλιος σε καθαρό ουρανό.
Να πάψω ν'αμφιβάλω,
ν'απελευθερωθώ.
Πρέπει ν'ανέβω μόνη μου σ'αυτό το τρένο.
Να μη δειλιάσω στη διαδρομή.
Να φτάσω ως το τέρμα.
Αν είναι να 'μαστε μαζί,
θα ΄ρθεις να μ'αγκαλιάσεις στις αφίξεις.
Μα ότι κι αν γίνει,
θα 'χω τουλάχιστον νικήσει το φόβο.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Ναυαγοί πόλεων.



Απρόσωπη πόλη,
πολύβουοι δρόμοι,
περπατάω προσεχτικά
στα σχεδόν ανύπαρκτα πεζοδρόμια.
Πόση ερημιά σε τόση πολυκοσμία!
Πόση σιωπή σε τόση φασαρία!
Στρέφω τα μάτια μου δεξιά, αριστερά,
μπρος, πίσω...
Ψάχνω απεγνωσμένα λίγο γαλάζιο.
Μια υποψία θάλασσας ν' απλώσω το βλέμμα μου.
Μάταια.
Φυλακισμένη η ματιά μου
σ' ένα τεράστιο, πολύχρωμο κελί.
Σ' ένα κακόγουστο τσίρκο
 γεμάτο μαϊμούδες.
Μέσα στις γεμάτες πλατείες,
κάνει περίπατο η μοναξιά,
ντυμένη με τα καλά της.
Στο ζαρωμένο χέρι της
κρατάει ένα δάφνινο στεφάνι,
έτοιμη να στολίσει το ιδρωμένο κεφάλι
αυτού που θα σκοτώσει την ψυχή του.
Τα καταστήματα με ορθάνοιχτες πόρτες
-πελώρια στόματα-
περιμένουν να καταπιούν κάποιους ανύποπτους.
Κάποια παιδιά στα παγκάκια,
στις καφετέριες, μοιάζουν χαμένα.
Κανείς δε μιλά σε κανένα.
Κρατούν το κινητό-προέκταση του χεριού τους-
και υπάρχουν μέσα σ'αυτό και μέσ' απ' αυτό.
Δεν υπάρχει αίσθηση του χρόνου,
του τόπου, της ζωής.
Αν είναι πρωί ή μεσημέρι,
απόγευμα ή βράδυ,
δεν έχει σημασία.
Ποιός νοιάζεται;
Ζωή στριμωγμένη σε μιαν άκρη.
Είναι τόσο στενά εδώ πέρα.
Πνίγομαι...
Πνιγόμαστε...
Τόσοι ναυαγοί σ' έναν τόπο δίχως θάλασσα!























Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Εξόριστη ψυχή

Έτσι ξαφνικά κι αναίτια,
έτσι εντελώς ανόητα το αποφάσισα:
να πάψω πια να ζω για μένα...
Χρόνια και χρόνια στη σκιά...
στη σκοτεινή πλευρά...
μές στις ζωές των άλλων...
Τα θέλω μου επαναστατούσαν...
μα δικτατορικά τα έσπρωχνα
και τα φυλάκιζα σε μια στενή
κι ανήλια γωνίτσα της ψυχής μου...
Σα νεογέννητα μωρά τα εξόριζα
μακριά από την αγκαλιά της μάνας...
Να μην ακούω τις κραυγές...
τα κλάματα...τα παρακάλια...
Τα μάτια μου να μη θωρούν
τα απελπισμένα βλέμματα...
τα απλωμένα χέρια...
Ξεμπέρδεψα...
Έτσι νόμιζα...
Πίστεψα πως είχανε πεθάνει.
Ως άλλος Ηρώδης
τα χέρια μου έτριβα χαιρέκακα
σκεπτόμενη ετούτη τη βρεφοκτονία...
Μα αλίμονο...Αυτά θέριευαν...
Τρέφονταν απ' τη θλίψη μου...
το άδειο της ζωής μου...
Μεγάλωσαν...ξεχείλισαν...
έπνιξαν την ψυχή μου...
Τώρα δε φυλακίζονται.
Δικαίωση γυρεύουν.
Τα βράδια μ' εκδικούνται...
Έρχονται μες στα όνειρα...
Εικόνες γίνονται πολύχρωμες...
χαρούμενες...μιας όμορφης ζωής
που θα μπορούσε να ήτανε δική μου...

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Θεσσαλονίκη



Ήρθες κρατώντας λάβαρα
και τρόπαια της νίκης
και της Θεσσαλονίκης
τις μνήμες μου ξυπνάς.

Κι εγώ τι κι αν κατάφερα
να ζήσω μακριά της,
εσύ με τη σκιά της,
πάντα θα με πονάς.

Κράτα λοιπόν τη νίκη σου
μαζί με την ψυχή μου.
Άδειασε το κορμί μου
κι ακόμα με χτυπάς.

Μα πια δε νιώθω τίποτα
κι ακόμα επιμένω
με πείσμα ν' ανασαίνω
κι ας λες πως με νικάς.



Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Το σημάδι

Σ' ένα πλοίο που έφυγε,
σε μια βροχή που έπαψε,
σ' ένα σταθμό που άδειασε,
άφησα ένα σημάδι.
Πίστεψα πως το έχασα,
πως επιτέλους ξέφυγα,
πως ξαφνικά λυτρώθηκα,
μα το 'νιωσα και πάλι.
Το γεύτηκα στα χείλη μου,
το είδα στη ματιά μου,
το'νιωσα να καρφώνεται
σα σφαίρα στην καρδιά μου.
Δεν πρόσεξα, δε νοιάστηκα,
δε φρόντισα το τραύμα.
Νόμισα πως το γιάτρεψα,
πως έγινε το θαύμα.
Μα πόσο λάθος έκανα
και πόσο έξω έπεσα!
Το να 'σαι ανυποψίαστος
δεν είναι αστείο πράγμα.