Αναγνώστες

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Απών.

''Μα δε ζήτησες ποτέ τίποτε.
Πως ήθελες να ξέρω;''
Μου είπες δήθεν έκπληκτος.
Σε κοίταξα μόνο...
Δε μίλησα...
Ούτε και τώρα θα σου ζητήσω.
Έπρεπε να είχες καταλάβει...
Να σου ζητήσω τι;
Να μ' αγκαλιάζεις τις νύχτες που κρυώνω;
Δεν ένιωθες το ρίγος στο κορμί μου;
Σαν πεταλούδα έτρεμα,
που της τσακίσαν τα φτερά.
Τι να ζητήσω;
Το χάδι σου να σβήσει
τα δάκρυα στα μάτια μου;
Δεν άκουγες το λυγμό μου;
Δυό λόγια αγάπης
βάλσαμο στην πληγωμένη ψυχή μου;
Αιμοραγούσε...
Δεν το 'βλεπες;
Ή μήπως το φιλί σου,
όαση στην άνυδρη έρημο των χειλιών μου;
Να σου ζητήσω να με νιώσεις;
Τις νύχτες που έμενα άγρυπνη
μετρώντας το κενό,
εσύ ονειρευόσουν.
Έψαχνα κάποιο χέρι να πιαστώ,
μα εσύ ήσουν απών...
Τίποτε δεν κατάλαβες.
Ήσουν εδώ, αλλά δεν ήσουν...
Έλειπες πάντα...
Μα πια συνήθισα στην απουσία σου.
Μόνο θα σου ζητήσω τώρα κάτι τελευταίο.
Πριν φύγεις άσε τα κλειδιά στο κομοδίνο.
Έτσι κι αλλιώς τ' απόγευμα
θ' αλλάξω κλειδαριά...



 ''

Προδοσία.

Με μια αγάπη Δούρειο Ίππο γύρισες.
Σ' αυτό το κατασκεύασμα,
έκρυβες ψέματα και προδοσίες.
Μέσα στη νύχτα κυνηγημένος
δήθεν απ' τις Ερινύες,
την πόρτα χτύπησες,
αν κάτι άφησες να το αποτελειώσεις.
Κι ήρθες ξανά,
σαν δολοφόνος που γυρνά
στον τόπο του εγκλήματος,
να δεις αν έσβησες όλα τα ίχνη.
Κι όταν με είδες δυνατή και όρθια,
δυό γαντοφορεμένα χέρια άπλωσες,
τάχα να μ' αγκαλιάσεις,
μα άστραψε κάτω απ' το φως του φεγγαριού,
της προδοσίας το μαχαίρι.
Κι από το Δούρειο Ίππο της αγάπης σου,
θύελλες βγήκανε και καταιγίδες.
Κι έτσι για άλλη μια φορά κατάφερες,
την παγωνιά να φέρεις
μες στο καλοκαίρι...


Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Μου λείπεις...

Η νύχτα ζήλεψε την όμορφη ψυχή σου
κι εσύ δεν είχες δύναμη ν' αντισταθείς.
Σε νίκησε...
Σε πήρε...
Όμως εγώ σε χρειαζόμουν ακόμη.
Όλες οι αναμνήσεις μου έχουν την αύρα σου,
τη γλύκα σου, τη μυρωδιά σου.
Εκεί...
Πάντα εκεί...
Στο παλιό σπίτι.
Εκεί για όλους...
Πάντα όρθια.
Πάντα να προσπαθείς...
Σε βλέπω να σκουπίζεις
το ιδρωμένο μέτωπο,
μπροστά στο νεροχύτη.
Μικρούλα κι αεικίνητη.
Πάντα μ' ένα χαμόγελο πικρό
στα χείλη, στα μάτια...
''Μη κατσουφιάζεις'' μου 'λεγες.
''Θα κάνεις ρυτίδες ανάμεσα στα μάτια.''
Μα το 'ξερα πως δεν ήταν αυτό
που σε απασχολούσε.
Ήταν που δεν άντεχες να με βλέπεις λυπημένη.
Τη δική σου λύπη πάντα την έσπρωχνες.
Την έκρυβες μες στα συρτάρια της κουζίνας,
κάτω απ' τα κεντημένα σου σεμέν.
Να μη τη δούμε.
Μα ήτανε διάχυτη.
Είχε ποτίσει όλο το σπίτι.
Δε τη χωρούσε πια...
Ξεχείλιζε έξω απ' αυτό.
Έκανε βόλτες στο δρόμο,
στα μαγαζιά της γειτονιάς,
στα σπίτια των φίλων.
Όλοι τη βλέπανε.
Το ήξερες, μα προσπαθούσες...
Σε θυμάμαι με μια μόνιμη ανησυχία στο βλέμμα.
Για όλους...
Για όλα...
Τίποτε δε ζητούσες κι όλα τα έδινες.
Μου έλειπες...
Και τότε που ήμασταν μαζί, μου έλειπες.
Γιατί τον μοίραζες τον εαυτό σου -άγιο αντίδωρο-
σ' όλους να δώσεις, πιστούς και άπιστους.
Κι εγώ ήθελα πάντα μεγαλύτερο κομμάτι,
που όμως δεν περίσσευε.
Πεινούσα για την αγάπη σου.
Γι αυτό μου έλειπες.
Μου λείπεις και τώρα.
Περισσότερο...
Δε σε χόρτασα μάνα.
Δε σε χόρτασα...


Όνειρα.

Στις γενναίες ψυχές
κατοικούν τα όνειρα.
Σ' εκείνες που παλεύουν,
που διεκδικούν,
που δεν τα παρατάνε.
Από τις άλλες τις δειλές,
τις άτολμες, δραπετεύουν.
Δε μένουν σκλαβωμένα τα όνειρα,
σε ψυχές σκοτεινές που φοβούνται.
Θέλουν αέρα,
θέλουν φως,
θέλουν ορίζοντες.
Σαν τα πουλιά τα ταξιδιάρικα,
που στα κλουβιά πεθαίνουν.
Κι απ' την δική σου την ψυχή,
τα όνειρα πετάξανε.
Δεν μπόρεσαν να ζήσουν
έτσι στριμωγμένα.
Γιατί από καιρό τις έχασες τις θάλασσες,
τους ουρανούς τους ανοιχτούς,
τον ήλιο...
Κι έτσι ορφάνεψε η ψυχή σου
από όνειρα,
αφού -τι κρίμα- δεν το άξιζε
σ' αυτή να κατοικούνε.

Με μια χάρτινη βαρκούλα.

Με μια χάρτινη βαρκούλα σαλπάραμε.
Τι περίμενες;
Ποια τύχη θα είχε το ταξίδι;
Τους χάρτες που απλώσαμε
τους άρπαξε το κύμα.
Χαθήκαμε...
Σου το 'χα πει πως δε θα φτάναμε μακριά.
Οι ωκεανοί δεν έχουν οίκτο.
Δεν έχουν έλεος τα κύματα.
Στα βράχια τσακιστήκαμε...
Κι οι δυο το ξέραμε...
Τα μακρινά ταξίδια είναι για γερά σκαριά.
Η θάλασσα δε συγχωρεί αδυναμίες...
Ναυαγήσαμε...
Σ' άλλη ακτή εσύ
κι εγώ σε κάποιο ερημονήσι...
Δεν ήτανε τα πέλαγα για μας...
Χάρτινη και μικρή η αγάπη μας...
Πώς να μας ταξιδέψει;
Ένα κουφάρι ακυβέρνητο
έμεινε στ' ανοιχτά,
αφού κι οι δυο, δειλοί και λιποτάκτες,
χωρίς προσπάθεια καμιά, το εγκαταλείψαμε...


Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Οι καλεσμένοι.

Δε θέλω κόσμο απόψε.
Η βραδιά είναι κλεισμένη.
Δεν έχω δώσει όνομα
 σ' αυτή τη νύχτα.
Ούτε γιορτή...
 ούτε επέτειος...
Οι καλεσμένοι μου εκλεκτοί!
Δεν είναι φίλοι,
ούτε και ξένοι.
Μόνο κάποιοι παλιοί γνωστοί.
Πρώτα θα έρθουν τα λάθη μου.
Ένα ένα.
Να τα θυμηθώ.
Να μπορέσω να καταλάβω.
Πως μπήκαν στη ζωή μου;
Ποια πόρτα είχα αφήσει ανοιχτή;
Πως τα άφησα ν' αλλάξουν τη μοίρα μου;
Πως έφτασα ως εδώ;
Μετά θα έρθουν τα όνειρά μου.
Θα 'ρθουν;
Μήπως τα σκότωσα;
Μήπως δεν είχα ποτέ;
Κι όμως...
Θυμάμαι που τα φύλαγα
μες στην ψυχή μου,
κάποια παλιά αθώα χρόνια.
Τα ξέχασα...
Θέλω να τα γνωρίσω απ' την αρχή.
Να τ' αγαπήσω...

Να τα φροντίσω...
Να τα υπερασπιστώ...
Να δω πόσο είναι αδύναμα...
Να καταλάβω...
πως μπόρεσαν τα λάθη μου
να τα πληγώσουν...
Δε θέλω ξένους απόψε.
Θα 'ναι μια μυστική συνάντηση.
Μια ιεροτελεστία.
Απόψε θ' αναμετρηθούν
τα λάθη με τα όνειρα...
Όποιος νικήσει,κερδίζει τη ζωή μου!

Αυτό που με θυμώνει.

Η ζωή που πρόσμενα μαζί σου,
κούρσα θανάτου ήταν τελικά.
Κι αυτό που πιο πολύ απ' όλα
με θυμώνει, είναι που σ' εμπιστεύτηκα.
Είναι που δίχως εγγυήσεις,
άφησα τη ζωή μου στα χέρια σου.
Μα η αγάπη σου ήταν αλεξίπτωτο
που δεν άνοιξε.
Κι εγώ  που πίστεψα
πως θα βρεθώ στην αγκαλιά σου,
βρέθηκα τελικά αγκαλιά με το κενό.
Αυτό που με θυμώνει,
είναι που τίποτα δεν κράτησα δικό μου.
Να 'χω από κάπου να πιαστώ,
κάθε φορά που με προδίδεις.
Με έπεισες να ζω μέσα από σένα.
Ποια είμαι να διαβάζω μες στα μάτια σου.
Και δίχως το καθρέφτισμα αυτό,
να μην υπάρχω.
Αυτό είναι πιο πολύ που με θυμώνει.
Που ξεγελάστηκα...
Που δίχως δίχτυ ασφαλείας τόλμησα
να πετώ στον ουρανό σου,
εγώ που μια ζωή φοβόμουνα τα ύψη...

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Τούνελ.

Πως βρέθηκα σ' αυτό το τούνελ
που στενεύει;
Ποιος μ' έσπρωξε εδώ μέσα;
Ποιο χέρι θεϊκό;
Ποιά μοίρα;
Ποιος έκλεψε τη βούληση
και ποιος τη λογική μου;
Που χάθηκε η φωνή μου
κι εγώ βουβά εκλιπαρούσα
λίγη στοργή;
Και πώς μες στη σιωπή μου
ν' ακουστεί;
Κάποτε τελειώνει ο δρόμος.
Όνειρο ήταν.
Πως να πιστέψω στην αλήθεια;
Κι είναι φρουρός
που δε νικιέται η συνήθεια.
Θα νικηθώ.
Θα γκρεμιστώ στο χάος.
Της ήττας μου ακούω το σκοπό.
Κι ας το 'ξερα..
Μόνο στα παραμύθια
το τέλος είναι πάντοτε καλό...






Το άλλοθι.

Βιάστηκες να κόψεις τις γέφυρες...
Σαν από πάντα αυτό να ήθελες...
Να φύγω...
Νίκη ήταν κι όχι ήττα τελικά...
Πάρτε απ' το κεφάλι μου
το δάφνινο στεφάνι...
Έγινε λάθος στην απονομή...
Αλλού ανήκει...
Όλους τους παραπλάνησες
και παραποίησες το τέλος
του αγώνα...
Απ' την αρχή το διάλεξες
να 'σαι ο ηττημένος...
Έπρεπε να 'χεις ένα άλλοθι,
για να βαδίσεις ήσυχος
στο δρόμο που χάραξες...
Μ' άλλο συνοδοιπόρο...
Πόνταρες σε άλογο κουτσό,
για να 'σαι σίγουρος
πως δε θα τερματίσει...
Στημένη ήταν η νίκη μου...
Στημένος ο αγώνας...
Σχεδίασες τη φυγή μου περίτεχνα...
Μεθοδικά όλα τα ταίριαξες...
Σατανικά μελετημένα...
Θύτης εγώ κι εσύ το θύμα...
Ένοχη εγώ κι εσύ ο προδομένος...
Σ' ακούω που γελάς στα παρασκήνια...
Συγχαρητήρια για τη σκηνοθεσία...
Μόνο μη βιάζεσαι να φύγεις...
Οι τίτλοι τέλους δεν έπεσαν ακόμα
και θα 'ταν άδικο να χάσεις το φινάλε...

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Καταδίκη.

Σ' αυτό τον καμβά,
τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει.
Ο καλλιτέχνης δεν προέβλεψε
τη βίαιη επιδρομή του χρόνου.
Μάλλον τα υλικά του ήταν φθηνά.
Από ανάγκη ίσως ή κι από φιλαργυρία.
Τα πρόσωπα ξεφτίσαν.
Αλλοιώθηκαν.
Δεν άντεξαν στον καιρό.
Λες και κύλησαν στον πίνακα
χρωματιστά δάκρυα,
που τα στέγνωσε ο χρόνος.
Εκείνος κρατά ακόμη το χέρι της,
μα έγινε τόσο άχρωμο
και κρύο αυτό το άγγιγμα!
Τα βλέμματά τους ανταμωμένα
ακόμη, μα δίχως λάμψη.
Βαριεστημένα πια.
Κουράστηκαν να κοιτούν
τόσο καιρό τα ίδια μάτια.
Μοιάζουν να λαχταρούν
να δραπετεύσουν απ' το κάδρο.
Και δίνει αυτή η αναμονή
για το αναπόφευκτο,
μιαν αίσθηση θανάτου.
Δυό ζωντανοί νεκροί
μέσα στον πίνακα,
φυλακισμένοι σε μια
σκαλιστή κορνίζα.
Δυό νέοι που κάποτε αγαπήθηκαν
κι απλά τώρα υποτάσσονται
στην ίδια μοίρα.
Στην ίδια καταδίκη:
''Αιώνια μαζί''...

Ένα βήμα.

Ανάμεσά μας υπήρχε πάντα
μια απόσταση...
Ένας μακρύς δρόμος...
Κανείς δεν έκανε ένα βήμα
να πλησιάσει τον άλλο.
Να μετριάσει το χάος
που μας χώριζε.
Και το κενό μεγάλωνε...
Έγινε χάσμα αγεφύρωτο...
Είσαι πια τόσο μακριά μου..
Δυσκολεύομαι να δω
το πρόσωπό σου...
Ν' ακούσω τη φωνή σου...
Να νιώσω την αγάπη σου...
Σε χάνω...
Με χάνεις...
Είσαι ακόμα εκεί...
Είμαι εδώ ακόμη...
Σε περιμένω...
Με περιμένεις...
Δε θ' ανταμώσουμε ποτέ...

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Δε με ξέρεις.

Δε με ξέρεις καθόλου.
Δεν είμαι αυτή που αντικρίζεις.
Απλώς έχω ντυθεί μια άνοιξη.
Μα δεν το βλέπεις;
Δεν πετά ούτε ένα χελιδόνι.
Την παγωνιά δε νιώθεις του βοριά;
Σε ξεγέλασε πάλι το φως.
Δεν είναι ο ήλιος αυτό
που λάμπει στα μάτια μου.
Μα που κοιτάζεις;
Δε βλέπεις ότι έχει συννεφιά;
Κοίταξε λίγο πίσω
 απ' το είδωλό μου.
Δεν είμαι εγώ αυτή
 μες στον καθρέφτη.
Δεν είμαι αυτή που σου χαμογελά.
Φόρεσα στο λυγμό μου ένα γέλιο.
Μα εσύ δεν έμαθες τους ήχους
να ερμηνεύεις.
Τι με ρωτάς;
Θαρρείς περίπατο πως πάω
στην ανηφόρα,
μα εγώ ανεβαίνω Γολγοθά.
Μα τι νομίζεις;
Πως είναι αυτό σακίδιο εκδρομής
που 'χω στους ώμους;
Κοίταξε λίγο πιο καλά.
Ήρθε η στιγμή ν' ανοίξω την κουρτίνα.
Μείνε αν θέλεις.
Μείνε μαζί με τη σκιά μου.
Εγώ είμαι ήδη μακριά.
Έτσι κι αλλιώς -δεν το κατάλαβες-
εδώ και χρόνια λείπω.

Επιτέλους ο εαυτός μου.

Δε θέλω να'μαι δυνατή.
Δε θέλω να ΄μαι ο βράχος,
που πάνω του ξεσπά ο καθένας
 ανελέητα τα κύματά του.
Κύματα θυμού, κύματα εγωισμού,
κύματα παραλογισμού,
κύματα αδιαφορίας.
Βαρέθηκα να λέω δεν πειράζει,
όταν αισθάνομαι πως κάτι με πειράζει.
Βαρέθηκα όλους να τους συγχωρώ.
Κουράστηκα να χαμογελώ ενώ πονάω.
Να λέω μπορώ όταν δεν μπορώ,
είμαι καλά ενώ δεν είμαι.
Να απλώνω χέρια
σε πέτρινους ανθρώπους.
Να δίνω, να δίνω, να δίνω,
να μη ζητάω τίποτε ποτέ.
Να είμαι εγώ το αποκούμπι,
το ανοιχτό αυτί σε κάθε πόνο.
Να 'μαι η ζεστή ψυχή,
που πάντοτε κατανοεί,
που αγωνιά που συμπάσχει.
Η ματιά που δακρύζει,
η καρδιά που υποφέρει,
τα χείλη που σωπαίνουν.
Ν' αντέχω, ν' αντέχω, ν' αντέχω...
Μα δεν αντέχω!
Θέλω ν' αφεθώ.
Να λυγίσω.
Να κλάψω.
Να βρίσω.
Ναι να βρίσω.
''Δε θέλω να σε βλέπω.
Δεν έχει φιλί σήμερα.
Δεν έχει καλημέρα.''
Να τολμήσω να πω τι θέλω,
τι δε θέλω.
Τι λαχταράω, τι φοβάμαι,
τι με πονάει, τι με ξενυχτάει,
τι μ' εκνευρίζει, τι με θυμώνει,
 τι με πληγώνει, τι με σκοτώνει.
Να πω φτάνει.
Να υψώσω τείχη, να ρίξω τείχη,
να θέσω όρια, να κλείσω περιθώρια,
ν' ανοίξω δρόμους, να κλείσω δρόμους,
ν' απλώσω γέφυρες, να κόψω γέφυρες.
Να μείνω, να φύγω, να ξεφύγω.
Να κάνω ακρότητες,
ν' αγγίξω παράλογα,
να πιω, να μεθύσω,
να λυγίσω, να ζήσω.
Να νιώσω πως ο κόσμος
είναι και δικός μου,
να γίνω επιτέλους και πάλι ο εαυτός μου.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Η παρένθεση.

Θέλω τόσο πολύ να σου πετάξω
ένα τασάκι στο κεφάλι...
Να πιέσω το μαξιλάρι στη μούρη σου
την ώρα που κοιμάσαι...
Να σου ρίξω μια γερή κλωτσιά
εκεί που ξέρω πως πονάς...
Να σου πετάξω καυτό λάδι
την ώρα που μαγειρεύω..
Να σε λούσω με μια κατσαρόλα
γεμάτη μακαρόνια (με σάλτσα)...
Να σιδερώσω κι εσένα
μαζί με τα ρούχα σου...
Να κατεβάσω χειμώνα τα παντζούρια
την ώρα που ρεμβάζεις στο μπαλκόνι
και να πάω τριήμερη εκδρομή...
Να ρίξω εντομοκτόνο
 στο πιάτο σου,
λίγο πριν σου σερβίρω...
Έστω να διαλύσω στο ουίσκι σου
δυο τρία χάπια υπνωτικά,
να ξεραθείς για λίγες ώρες
να μη σε βλέπω...
Μα εκεί που ψάχνω τρόπους
να σ' εξοντώσω,
έρχεσαι μ' αυτό το ύφος το κλαψιάρικο,
το ένοχο, μικρού παιδιού,
που έκανε ζημιά και το μαλώσανε.
Σα παραπονεμένος γάτος
τρίβεσαι πάνω μου,
μου λες πως μ' αγαπάς
και μου ζητάς συγγνώμη και κλαις
και με παρακαλάς και λες οτι θ' αλλάξεις
και μ' αγκαλιάζεις, με φιλάς,
ψιθυρίζεις γλυκόλογα,
κατηγορείς τον εαυτό σου,
μου λες πόσο αξίζω
και πόσο γα'ι'δούρι είσαι εσύ
και πάλι με τουμπάρεις...
Κι αρχίζω ν' αναθεωρώ,
αρχίζω να σε συγχωρώ,
όπως και πριν να σ' αγαπώ
και για όλα αυτά που στο θυμό μου
σκέφτηκα, να ντρέπομαι.
Κι έτσι κλείνει αυτή η μελανή
παρένθεση,
στην κατά τα άλλα ρόδινη
κι αρμονική ζωή μας,
ως τον επόμενο καυγά,
που βέβαια εύχομαι
πολύ ν' αργήσει (για το καλό σου).😅😆😄

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Με πέτρινο βλέμμα.

Δε με πονούν τα λόγια σου πια.
Έχω γίνει ένα κομμάτι πάγος.
Ένα κομμάτι βράχος.
Έγινα ένα μαρμάρινο άγαλμα.
Κι είμαι ολότελα δικό σου δημιούργημα.
Με σμίλεψες τέλεια.
Με επιδεξιότητα  καλλιτέχνη.
Το ταλέντο σου μοναδικό.
Μπορείς να με θαυμάσεις.
Μπορείς να στολίσεις
τον κήπο της ματαιοδοξίας σου.
Το συντριβάνι του άκρατου εγωισμού σου.
Το οικοδόμημα της υπεροψίας σου.
Μόνο μη μου ζητάς να σε χειροκροτήσω.
Δε σαλεύω.
Δε μιλώ.
Δεν αισθάνομαι.
Δεν υπάρχω.
Μόνο βάλε με κάπου ψηλά.
Το πέτρινο βλέμμα μου
ν' αγναντεύει τη θάλασσα.
Ίσως η αρμύρα της εισχωρήσει
στους πόρους μου
και γιατρέψει τα καλά
κρυμμένα τραύματα.
Να λιώσει ο πάγος,
να σπάσει η πέτρα,
να νιώσω ξανά ζωντανή.

Η επανάσταση της Εύας.

Δεν ετοίμασα πρωινό γλυκέ μου.
Χουζούρευα στο κρεββάτι.
Δεν έχει καφέ σήμερα.
Φτιάξε αν θέλεις,
αλλιώς να πας να πιεις στο καφενείο.
Α! το μεσημέρι λέω να φάμε έξω.
Δε θα μαγειρέψω.
Βαριέμαι.
Τι με κοιτάς μ' αυτό το ηλίθιο ύφος;
Ξέρεις κάποιες φορές κι εγώ βαριέμαι.
Κι όλη αυτή η σοβαρότητα
για να κάνεις αυτή την
ανόητη δήλωση:
''Ο κάδος ξεχειλίζει από άπλυτα.''
Λες να μη το ξέρω;
Στο ίδιο σπίτι ζούμε.
Υπάρχει καλέ μου ένα πράγμα
στο μπάνιο,
που λέγεται πλυντήριο.
Οι οδηγίες είναι στο πρώτο συρτάρι
της σιφονιέρας.
Δε ξέρεις αγάπη μου
πόσο αστείος είσαι
μ' αυτή την έκπληξη στο πρόσωπο!
Τι είπες καρδιά μου;
Δε βρίσκεις σιδερωμένο πουκάμισο;
Ε! Καιρός να μάθεις και να σιδερώνεις.
Που ξέρεις;
Μπορεί και να το βρεις διασκεδαστικό.
Ξέρεις πόσες χιλιάδες ώρες
πέρασα εγώ διασκεδάζοντας έτσι;
Τι θα πει δεν πιστεύεις στ' αυτιά σου;
Δικά σου είναι.
Πρέπει να αναπτύξεις μαζί τους
μια σχέση εμπιστοσύνης.
Και βέβαια σ' αγαπώ.
Τι ερώτηση είναι αυτή;
Δε νομίζεις όμως πως είναι καιρός
ν' αγαπήσω λίγο κι εμένα;
Αλήθεια ποιος μοίρασε τους ρόλους;
Με ρώτησε εμένα;
Δε μ' αρέσει πια αυτό το έργο.
Ως πότε θα 'μαι κομπάρσος
στο έργο της ζωής μου;
Καιρός να γίνω  πρωταγωνίστρια.
Οι υπόλοιποι να πάρουν άλλους ρόλους.
Χτύπησε το τρίτο κουδούνι.
Η αυλαία άνοιξε.
Η παράσταση άρχισε.
Ακούω κιόλας το χειροκρότημα.
Σας ευχαριστώ!
Αυτόγραφα θα υπογράψω
στο τέλος του έργου.



Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Χρυσοκόκκινη νύχτα.

Η νύχτα απόψε φόρεσε
ένα καπέλο κόκκινο
κι ένα χρυσό φουστάνι...
Από τις τρύπιες τσέπες της
πέφτουν αστέρια στη στέγη
της επιθυμίας μας...
Βάφουν χρυσαφιές
τις ανομολόγητες σκέψεις μας...
Από το κρασί του άγριου πόθου σου,
με κέρασες...
ένα ποτήρι απρόσμενα γεμάτο...
Εκμεταλλεύομαι στο έπακρο
τη γενναιοδωρία σου...
Γουλιά γουλιά το πίνω...
Βυθίζομαι στη φλόγα
των πικάντικων φιλιών σου...
Κι είναι η λαχτάρα
να νιώσω τη δίψα σου
σαν το τρενάκι του τρόμου στο
λούνα παρκ...
Ζάλη και ίλιγγος και ηδονή
και φόβος...
Κι η νύχτα στάζει
ένα χρυσοκόκκινο μελάνι...
Γράφει πάνω στο σώμα μας
όρκους, ευχές, επιθυμίες, απειλές...
όλα στον υπερθετικό βαθμό
και στην υπερβολή του ακατόρθωτου...
Κολυμπάμε στης νύχτας
τη χρυσοκόκκινη θάλασσα...
δυο πλανήτες που βγήκαν απ' την τροχιά τους
κι ενώθηκαν σχηματίζοντας
το σήμα του απείρου...
Κι είναι μια νύχτα παράξενη...
Μόνο για μας...
Μόνο δικιά μας...
Η νύχτα που όλα είναι δυνατά...
Η νύχτα των θαυμάτων...



Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Νυχτερινός επισκέπτης.

Έρχεσαι πάντα απρόσκλητος...
Νυχτερινός επισκέπτης...
Χτυπάς με θράσος  τα μεσάνυχτα
την πόρτα της μνήμης μου...
Κάθε φορά δε θέλω να σου ανοίξω...
Μα είσαι τόσο επίμονος...
Τόσο ενοχλητικά διεκδικητικός...
Έτσι ήσουν πάντα...
Δεν έφευγες χωρίς αυτό
που ήθελες να πάρεις...
Και τι δεν πήρες από μένα...
Αγάπη, αυταπάρνηση, πίστη,
αφοσίωση...
Ένα απάτητο δωμάτιο η ψυχή μου...
γεμάτη θησαυρούς...
Βίαια μπήκες μέσα...
Τη λεηλάτησες...
Κι εσύ ποτέ ούτε ένα φως δεν άναψες...
Ούτε μια μουσική δεν έπαιξες...
Ούτε ένα στίχο δεν τραγούδησες...
Ούτε ένα παράθυρο στον ήλιο
δεν άνοιξες...
Ούτε μ' ένα λουλούδι δεν το στόλισες...
Ούτε ένα σ' αγαπώ δεν ψιθύρισες...
Κι όταν από τα πάντα το άδειασες,
σου φάνηκε πια το δωμάτιο άχρωμο
και βαρετό...
Ένιωσες να πνίγεσαι
 μέσα στην ερημιά του....
Έφυγες κι άφησες μέσα του
μόνο σκοτάδι...
Και τώρα κάθε βράδυ έρχεσαι
και πάλι μου ζητάς...
Κι αφού πια τίποτε δεν έμεινε να πάρεις,
αρπάζεις τη γαλήνη μου...
λεηλατείς τον ύπνο μου
και νικητής αγέρωχος
μ΄αφήνεις το ξημέρωμα,
κρατώντας λάφυρα τα όνειρά μου...

Το ραντεβού.

Και τώρα που τελειώσανε τα ψέματα
κι έμεινες μόνη με τον εαυτό σου,
ήρθε η στιγμή στο ραντεβού να πας,
αυτό που συνεχώς ανέβαλες ,
που χρόνια προσπαθούσες ν' αποφύγεις...
Ποτέ γι αυτό δεν ήσουν έτοιμη...
Φοβόσουν, έτρεμες αυτή την ώρα...
Την ώρα που οι μάσκες πέφτουνε,
που οι προβολείς φωτίζουνε τα πάντα...
Που δεν υπάρχουν μισοσκόταδα...
που δεν υπάρχουνε κρυψώνες...
που οι κουρτίνες διάπλατα ανοίγουνε
και πέφτουνε τα παραβάν.
Και τώρα;
Πού να τα κρύψεις όλα αυτά
που χρόνια έκρυβες;
Γέμισε η κάμαρα καθρέφτες...
Βλέπεις μπροστά σου...
βλέπεις πίσω σου...
όλα όσα έκανες ότι δε βλέπεις...
Βιάσου λοιπόν...
Σε περιμένουνε...
Μόνο μη βάλεις πάνω σου στολίδια...
Μη βάλεις μακιγιάζ...
Εδώ πια δε χωρά καμία παραποίηση...
Κι εσύ ήθελες σα να 'ταν άλλα
όλα να τα βλέπεις...
Μα τώρα πια τέλειωσε
η άθλια γιορτή των μεταμφιεσμένων...
Η ώρα για το ραντεβού σου έφτασε...
Η ώρα να συναντηθείς με την αλήθεια...

Μαρία Γασπαράτου

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Καληνύχτα αστεράκι.

Γέμισα τις χούφτες μου
με φως του φεγγαριού,
να δώσω λίγη λάμψη στις νύχτες μου...
Μα μόλις μπήκα στη σκοτεινή μου κάμαρα,
όλο το φως μου γλίστρησε απ' τα χέρια...
πέταξε τρομαγμένο
απ' τ΄ανοιχτό παράθυρο σαν άνεμος...
Πήγε ψηλά στον ουρανό
κι έγινε ένα μικρό αστέρι,
που φώτισε αχνά το μαξιλάρι μου...
''Πως  να παλέψω τόση νύχτα;''
Ψιθύρισε δειλά.
''Μόνο στα όνειρά σου μπορώ να δώσω φως.''
''Μα εγώ ήθελα να φωτίσεις τη ζωή μου''...
Φώναξα απελπισμένα.,,
''Είναι αυταπάτες τα όνειρα...''
Εκείνο γέλασε γλυκά...
''Κοιμήσου''  είπε...
''Μη σε νοιάζει...
Το φως του ήλιου αύριο θα διώξει τη νύχτα σου...
Αυτός μπορεί μονάχα
τόσο πυκνά σκοτάδια να φωτίσει...''
Με φίλησε απαλά κι έκλεισα ήρεμη τα μάτια...
''Καληνύχτα αστεράκι.
Φώτιζε τα όνειρά μου ως το πρωί.
Μέχρι ο ήλιος να φωτίσει
της ζωής μου τα βαθιά σκοτάδια...''