Αναγνώστες

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Για μια μέρα μόνο...

Ας ήτανε μια μέρα να μ' αγαπήσεις απόλυτα.
Με μια αγάπη πέρα από τ' ανθρώπινα.
Να γίνεις Θεός...
Θεά να με κάνεις κι εμένα...
Μια αγάπη ιδανική...
Χωρίς εκείνα τα μικρόψυχα,
τα ποταπά, τα μίζερα,
που την υποβάλλουν σε εκπτώσεις...
Αυτή την υπέρτατη αγάπη,
που εμπεριέχει αβίαστα
το σεβασμό, την προσφορά,
τη δικαιοσύνη, την ελευθερία...
Χωρίς ισχυρούς και ανίσχυρους,
χωρίς χειραγωγήσεις,
υστεροβουλίες και εξαρτήσεις...
Χωρίς εγωισμούς και θυμό
για κάτι μικρά κι ασήμαντα
που μεταμορφώνουν πάντα την αγάπη
σε κάτι υποδεέστερο...
Χωρίς όλα αυτά που πληγώνουν,
που φυλακίζουν την ψυχή
που προκαλούν  δυστυχία...
Έτσι να μ' αγαπήσεις...
Απόλυτα...
Για μια μέρα μόνο...
Με μια αγάπη πέρα από τ' ανθρώπινα...
Να γίνεις Θεός...
Θεά να με κάνεις κι εμένα...
Έστω για μια μέρα μόνο...

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

"Είμαι αλλού..."

                1.    Βυθισμένος στις σκέψεις...

Ήσουν βυθισμένος στις σκέψεις σου.
Κάθε ενδεχόμενο επικοινωνίας
φάνταζε εξωπραγματικό.
Το βλέμμα σου ταξίδευε κάπου
όπου εγώ δε χωρούσα.
Άναψες τσιγάρο...
Έπρεπε κάπως να δηλώσεις
την παρουσία σου στο χώρο...
Μια αποτυχημένη προσπάθεια
να με πείσεις ότι βρισκόσουν εκεί...
Δεν ήσουν εκεί και το ήξερα...
Δε ρώτησα τίποτα...
Η απάντηση ήταν ήδη γραμμένη παντού...
Στο πρόσωπό σου, στις κινήσεις σου,
στους τοίχους του δωματίου
που έγινε ξαφνικά καταθλιπτικό,
στον καπνό του τσιγάρου σου
που ανέβαινε στο ταβάνι βαριεστημένα,
στον καθρέφτη
που αποτύπωνε την απουσία σου...
Τα πάντα φώναζαν: "Είμαι αλλού..."
Πήγα κάτι να πω...
Xτύπησε το τηλέφωνο...
Απέκτησε νόημα
η παρουσία σου ξαφνικά...
Παραιτήθηκα από την όποια
προσπάθεια για διάλογο.
Δεν υπήρχε λόγος
μόνη μου να προσπαθώ...

                    2.   Στην αγκαλιά μιας πολυθρόνας...

Άρπαξες με αγωνία το ακουστικό...
Κάτι μισές κουβέντες...
Μονολεκτικές απαντήσεις...
Κάποιο χαμόγελο δε βρήκε φιλόξενα χείλη...
Αναζήτησε καταφύγιο στα μάτια σου...
Βιάστηκες να τα χαμηλώσεις...
Έπρεπε να βρεις χρόνο...
να δαμάσει μια άγρια χαρά,
που δεν είχε σχέση με μένα...
Δεν είχε σχέση μ' εμάς...
Προσπάθησες να καμουφλάρεις
την προσμονή σου γι αυτό το κάτι άλλο...
Της φόρεσες μια μάσκα ανησυχίας...
δήθεν για κάτι έκτακτο...κάτι επείγον...
Το μόνο επείγον
ήταν η ανάγκη σου να φύγεις...
"Μη με περιμένεις...
Θ' αργήσω..." ψιθύρισες
και κάτι άλλα που δε συγκράτησα
γιατί δεν ήταν αληθινά...
Έκλεισες απαλά την πόρτα...
Έμεινα ακίνητη στην πολυθρόνα...
Άνοιξα πάλι το τετράδιο...
Μόνο σ' αυτό μιλάω πια...
Μόνο αυτό μ' ακούει πια..
Διαβάζω αυτό που είχα γράψει
μόλις μια βδομάδα πριν:
    
      17 Ιανουαρίου
"Πόσους αιώνες βρίσκομαι εδώ μέσα!
Γέρασα σ' αυτήν εδώ την πολυθρόνα...
Γριά ήμουν πάντα...
Το 'νιωθα πάντα...
Περνούν οι μέρες...περνούν τα χρόνια
σ' αυτήν εδώ την πολυθρόνα.
Οι ώρες με γελούσαν...
Πρόσμενα την αυγή, μα δεν κυλούσαν...
Μονάχα απόβραδο και βράδυ...
Κι έπειτα μόνο βράδυ...
Τι θλιβερό σκοτάδι!
Τι φυλακή!
Έγινα μια σκιά μέσα στη νύχτα...
Κι είναι αλήθεια...
Μονάχη ήμουν πάντα μες στο κρύο...
Ας πω ένα αντίο στην προσμονή..."

Έκλεισα το τετράδιο.
Τι άλλο να γράψω...
Όλη μου η ζωή  εκεί...
σε λίγες γραμμές...
"Ας πω ένα αντίο στην προσμονή..." ψιθύρισα
και κουλουριάστηκα στην αγκαλιά της πολυθρόνας...





Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Ένας ήλιος τα μεσάνυχτα!

Ήρθες μια νύχτα θλιβερή
 όταν πια έπαψα να περιμένω...
Οι ελπίδες μου
είχαν φύγει προδομένες...
σαν προσευχές που χάθηκαν
στα ουράνια, γιατί
αρνήθηκε να τις ακούσει ο Θεός...
Οι νύχτες διαδέχονταν
τις νύχτες...
Ποτέ δε συναντούσαν την αυγή...
Ήρθες...
Στο βλέμμα σου
είχες κρύψει,
το φως κάποιας χρυσής ανατολής...
Απρόσμενα ξημέρωσε...
Η νύχτα μου η ατέλειωτη,
σα μάγισσα κακιά,
πέταξε μακριά μου ηττημένη...
Τα χείλη σου, μαγιάτικα τριαντάφυλλα,
σκόρπισαν στο κορμί μου
κόκκινα  φιλιά
και στην ψυχή μου μυρωμένες υποσχέσεις...
 Ήρθες τη νύχτα εκείνη την αξέχαστη,
όταν κουράστηκα να περιμένω,
κι ανέτειλε  ένας ήλιος
τα μεσάνυχτα,
που τη ζωή μου γέμισε με φως...



Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Άρνηση


Ακόμα κι η νύχτα απόψε
κουβαλά μια άρνηση...
Μια βάρκα καθρεφτίζει
θρασύτατα την αυταρέσκειά της
στη θάλασσα,
αδιαφορώντας πλήρως
για τον παγωμένο σκοτεινό βυθό της...
Τ' αστέρια με μια έπαρση εξοργιστική
αυτοπροβάλλονται,
χωρίς διόλου να νοιάζονται
για τα τρομαχτικά σκοτάδια
του ουρανού...
Κι ένα κίτρινο κακό φεγγάρι,
σαν ειρωνικό μισό χαμόγελο,
κοιτάει από ψηλά με περιφρόνηση
τον κόσμο που χάνεται...
Τι ώρα είναι;
Αργεί πολύ να ξημερώσει...
Ας κατεβάσω τα ρολά...
Δεν την αντέχω τη νύχτα απόψε...

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Σώπασε λίγο...

Σώπασε λίγο...
Ν' ακούσεις την ψυχή σου...
Μη φοβάσαι τη σιωπή...
Χάθηκες στη φασαρία
των τρένων που φεύγουν...
των πλοίων που σφυρίζουν...
των ανακοινώσεων στις αίθουσες
των αεροδρομίων...
Σκορπίζεται η ζωή σου...
σε εισιτήρια κι αποσκευές...
σε ανούσιες κουραστικές διαδρομές...
σε αναχωρήσεις και αφίξεις
από το τίποτα στο πουθενά...
σ' ένα διαρκές πήγαινε-έλα
από την προσμονή στην απελπισία...
από τη νοσταλγία στην απόγνωση...
Στα οδυνηρά ταξίδια σου
ζεις μόνο αποχαιρετισμούς...
Δε μένεις πουθενά...
Κανένας τόπος φιλόξενος...
Καμιά πατρίδα...
Πού πας;
Πού θέλεις να φτάσεις;
Από πού δραπετεύεις συνεχώς;
Γιατί δε σε κρατάει κανένα λιμάνι;
Γιατί στη ζωή σου υπάρχουν μόνο "αντίο"
ποτέ ένα καλωσόρισμα;
Σώπασε λίγο ν' ακούσεις την ψυχή σου...
Κάποιες μασκαρεμένες ανάγκες σου,
φωνάζουν να τις αποκαλύψεις...
Ήρθε η ώρα...
Μη φοβηθείς τη σιωπή...

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Σε περιμένω...

Όπως βαδίζεις
στους  έρημους δρόμους,
ακούς συχνά ένα ψίθυρο...
Δεν είναι θρόισμα φύλλων...
Ούτε  ερωτικό παραλήρημα
κυμάτων που χαϊδεύουν την ακτή...
Μια μακρινή φωνή σε καλεί...
Είναι η φωνή μου που ψιθυρίζει:
 "Σε περιμένω...σε περιμένω...σε περιμένω..."
Άσε τους άδειους δρόμους σου...
Προχωράς...προχωράς...
μα πάντα βρίσκεσαι
στο ίδιο σημείο απόγνωσης...
Μην έχεις αυταπάτες...
Σε λάθος δρόμο ξοδεύεσαι...
Άσε την ατέρμονη, μονότονη ευθεία...
Πάρε τη στροφή...
εκεί στο δρόμο με τους ευκαλύπτους...
Μια γάτα νιαουρίζει παραπονιάρικα...
Διψά για ένα χάδι...
Τρίβεται νωχελικά
πάνω σ' ένα γέρικο κορμό...
Όπως τότε...
Θυμάσαι;
Δε θα κουραστώ να ψιθυρίζω
μες στο μυαλό σου,
που βουλιάζει σε αδιέξοδα...
"Σε περιμένω...σε περιμένω...σε περιμένω..."
Ώσπου ν' αναγνωρίσεις τη φωνή...
Ώσπου να το πιστέψεις...
Να πάρεις τη στροφή...
Εκεί στο δρόμο με τους ευκαλύπτους...
Θα με δεις...
ακουμπισμένη σ' ένα γέρικο κορμό...
να περιμένω...

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Τέλος εποχής

Τα φύλλα πέφταν στην αυλή
- γλυκό φθινόπωρο-
και τα παρέσερνε ο αέρας...
Ο ήχος που άφηναν παράξενος...
Σαν ένα σύρσιμο
από πολλά μικρά πόδια...
Όλα πρόδιδαν
μια επερχόμενη φυγή...
Άνοιξες το παράθυρο...
Ανέπνευσες βαθιά...
Ρούφηξες με μιας
όλη την ομορφιά του φθινοπώρου...
Όλο το κόκκινο.. το κίτρινο
 ...το πορτοκαλί...
Γύρισες και με κοίταξες...
Έγινες ξάφνου,
απροσδόκητα ωραίος
και μελαγχολικός...
Το βλέμμα σου,
σα φωτεινή επιγραφή
 νέον, έγραφε
" τέλος εποχής"...
Τι κι αν έριξες
τα μάτια σου στο πάτωμα...
Είχα προλάβει να διαβάσω...
Δεν είναι μόνο που έφυγες...
Είναι που έκλεψες
τα πιο ωραία χρώματα
του φθινοπώρου...
Έμεινε μόνο η βροχή...
η συννεφιά... το γκρίζο...
Που να βρω τώρα
ένα χρώμα όμορφο
να ντύσω τη ζωή μου...
Δεν είναι μόνο που έφυγες...
Είναι που χάθηκε σε μια στιγμή
ένα γλυκό φθινόπωρο
κι απότομα χειμώνιασε...

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Μια στάση

Ένα μαντήλι που γνέφει "αντίο",
πριν να το χάσει από τα μάτια του
ο ταξιδιώτης...
Το τελευταίο σφύριγμα σ' ένα σταθμό,
πριν ξεκινήσει το ταξίδι του
ένα τρένο...
Μια αχνή γραμμή που αφήνει
σχίζοντας τον ουρανό
κάποιο αεροπλάνο...
Ένα φιλί που δίνει
φεύγοντας το κύμα
στην ακτή...
Έτσι ήτανε το  πέρασμά σου
απ' τη ζωή μου...
Σύντομο...
Όσο κι αν με πικραίνει αυτό,
γι αλλού ταξίδευες....
Εγώ απλώς ήμουν για σένα,
ο ενδιάμεσος σταθμός...
Σαν ταξιδιώτης που κουράστηκε
και στάθηκε να ξαποστάσει...
Αυτό ήμουν...Μια πηγή,
που έσκυψες να ξεδιψάσεις...
Η σκιά ενός δέντρου,
που σ' αγκάλιασε για ν' αποκοιμηθείς...
Όσο κι αν πρόσμενα να 'μαι
το τέρμα στο ταξίδι σου,
ήμουν μονάχα στην πορεία σου
 μια στάση...
Κι έφυγες...
για να ρίξεις άγκυρα αλλού...

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Ένα νερολούλουδο


Υπάρχει ένα μέρος ιερό
στο νησί της νοσταλγίας...
Το κοιμητήριο ονείρων...
Εκεί πηγαίνω κάθε βράδυ.
Ξεγλιστρώ κρυφά
από τα εγκόσμια,
κι αφήνω στο δικό μου όνειρο,
ένα λουλούδι
φτιαγμένο από διάφανα
πέταλα ψυχής.
Ένα λουλούδι υγρό
κι απόκοσμα γαλάζιο.
Το κόβω απ' το βυθό
μιας ανθισμένης θάλασσας
συναισθημάτων.
Ένα νερολούλουδο.
Μυρίζει θαλασσινή αύρα
καλοκαιρινή βροχή
και νοτισμένο χώμα.
Άλλοτε πάλι μυρίζει βορινό άνεμο
φωτιά και στάχτη
από καμένες επιθυμίες.
Μα πάντα...πάντα μέσα σ' αυτές
τις μυρωδιές μπερδεύεται το άρωμά σου.
Αυτό το όνειρο που έθαψα εκεί,
ήταν ένα μικρό φτωχούλι όνειρο.
Δεν πρόλαβε να μεγαλώσει.
Πονάει τόσο η θύμησή του.
Το όνειρο το άτυχο αυτό,
που βιάστηκες να το σκοτώσεις,
είχε το χρώμα σου και τ' άρωμά σου.
την όψη...τη φωνή...το γέλιο...το όνομά σου.
Εκεί πηγαίνω κάθε βράδυ.
Αφήνω στο φτωχό μου όνειρο,
ένα λουλούδι διάφανο...υγρό
κι απόκοσμα γαλάζιο,
φτιαγμένο από πέταλα ψυχής.
Ένα νερολούλουδο  που έχει τ' άρωμά σου.

Μαρία Γασπαράτου

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Αγαπημένες διαδρομές

Ξύπνησα το ξημέρωμα
και σε κοιτούσα...
Διάβαζα όσα
ο χρόνος έγραψε
στο πρόσωπό σου...
Τα ίχνη που άφησε...
Μικρές αγαπημένες
διαδρομές...
γεμάτες αγάπη, αγωνίες,
λύπες, χαρές, επιθυμίες, όνειρα...
Τις χάιδεψα με το βλέμμα μου...
Ήταν δικές μου...
Σημάδια της ζωής σου μαζί μου...
Αποδείξεις μιας γεμάτης ζωής...
Η επιβεβαίωση
της παρουσίας μου, στη δική σου πορεία.
Γραμμές που μας δένουν...

Άγγιξα με τα ακροδάχτυλά μου
τα άλλοτε μαύρα σου μαλλιά...
Γέμισαν τα δάχτυλα ασήμι...
Πόσο έγινες πολύτιμος...
Πόσο βαθιά σ' αγαπώ πια...
Απαλλαγμένη από βαρίδια
νεανικών ερώτων...
Δίχως εγωισμούς....
ματαιοδοξία...υπολογισμό...
Πόσο είναι υπέροχο αγάπη μου
που μεγαλώνουμε...
Πόσο είναι υπέροχο
να γερνάμε μαζί...

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Έτσι για να προσμένω...

Στην παλέτα σου πάντα ανακάτευες
χρώματα μελαγχολικά...
Ζωγράφιζες ηλιοβασιλέματα...
Σου άρεσαν τα δειλινά...
Η μέρα που τελειώνει...
Ο ήλιος που πεθαίνει...
Το σκοτάδι που έρχεται...
Ζωγράφιζες Φθινόπωρα...
Κίτρινα φύλλα πεσμένα στο χώμα...
Δέντρα γυμνά
κάτω από σκούρα σύννεφα...
Άγριες θάλασσες..
Απελπισμένους ναυαγούς...
Άφηνες μόνο μια υποψία φωτός...
να ξεγελάει το βλέμμα...
Κάποια προοπτική ευοίωνη.
Ένα ελπιδοφόρο ενδεχόμενο,
πως κάτι υπάρχει παρακάτω
σ' αυτό που φαίνεται ότι τελειώνει...
Μια προσμονή μαγνήτη...
να κρατά το θεατή
προσηλωμένο  στο έργο σου...
Έτσι ζωγράφισες και την αγάπη
στον καμβά της ζωής μας...
Εφήμερη, φθαρτή, σκοτεινή,
καταδικασμένη...
Κι από ένα μικρούλι τόσο δα
παράθυρο άφησες να μπαίνει
λίγο φως...
Έτσι για να με ξεγελάς κι εμένα...
Να προσμένω...
Να ελπίζω κάποτε πως στον καμβά,
θα βάλεις χρώματα χαράς
και πως θα τη ζωγραφίσεις όμορφη,
έτσι όπως της πρέπει την αγάπη.


Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Το σκιάχτρο

Κι όπως τακτοποιούσα
την ντουλάπα το απόγευμα,
βρήκα εκείνο το ξεθωριασμένο
τζην μπουφάν σου.
Κρεμασμένο εκεί
στην ξύλινη κρεμάστρα,
να περιμένει μάταια
να φορεθεί ξανά,
απ' το αγαπημένο σώμα σου.
Σαν ένα σκιάχτρο μοιάζει πια,
που τ' άφησες επίτηδες
για να τρομάζει τα όνειρά μου...
Ίσως ποτέ δεν ξανανοίξω την ντουλάπα.
Να το πετάξω όμως, όχι...

Μαρία Γασπαράτου

Λευκό τριαντάφυλλο.

Ήμουν στο πέτο σου
 λευκό τριαντάφυλλο
κι ήσουν λεκές
στο άσπρο μου φουστάνι.
Βοριάς η αγάπη σου
και πως να με ζεστάνει,
που απ' της ψυχής μου μπήκε
τ' ανοιχτό παράθυρο.

Δεν έπρεπε στο δρόμο μου
η μοίρα να σε φέρει.
Το ξέρω πως δεν άξιζα
τόσο πικρή ζωή.
Και τώρα Θεέ μου
που να βρω την αντοχή,
τη νύχτα την ατέλειωτη
 να κάνω μεσημέρι...

Ήμουν στον κήπο σου
μικρό κυκλάμινο
κι ήσουν βροχή
που έγινε χαλάζι
πληγές μου άνοιξες 
μα διόλου δε σε νοιάζει
που αγάπη μόνο παίρνεις
και σκορπάς τον θάνατο.

Μαρία Γασπαράτου

Ποια αγάπη...

Είχες χαράξει μια καρδιά
στο τρυφερό δεντράκι...
Το αίμα του λευκό
κυλούσε αργά
στο νεαρό κορμό...
"Θα το πονέσεις" σου είπα.
Μα σφύριζες αδιάφορα.
"Έτσι είναι" μου είπες "η αγάπη
αγάπη μου. Πονάει..."
Το βλέμμα σου ήταν σκοτεινό...
Ρίγησα τρομαγμένη..
Σημάδι ήταν...
Οιωνός...
Νεύμα της μοίρας που αγνόησα...
Προχώρησα μαζί σου...
σε ένα δρόμο άδικο...
Στο δρόμο το δικό σου...
Στο δρόμο της αγάπης που πονά...
Κι ό,τι καλό είχα το 'χασα...
κι έδιωξα ό,τι μου έδινε χαρά...
Κι αφέθηκα να με κατασπαράξει
το αδηφάγο τέρας της αγάπης σου,
που μόνο αγάπη δεν ήταν τελικά...

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Μείνε...

Μείνε για λίγο απόψε
στο βαγόνι της σκέψης μου...
κι ας μην έχεις εισιτήριο...
Μείνε σα λαθρεπιβάτης...
Θα σε κρύψω στις πιο σκοτεινές
κι απάτητες γωνιές της ψυχής μου...
Κανένας ελεγκτής δε θα περάσει...
Εγώ ορίζω αυτό το τρένο...
Μείνε όσο κρατάει
μια καλοκαιρινή βροχή...
Λίγο να με δροσίσεις...
κι ας στεγνώσει έπειτα η ζωή μου,
σαν το κοχύλι που το 'βγαλε
το κύμα στη στεριά...
Μείνε όσο κρατάει το τελευταίο
φως της μέρας πριν τη δύση...
για μια στιγμή...
να ξαναδώ το πρόσωπό σου...
Όσο κρατάει ένα χαμόγελο...
Μια υποψία χαράς...
Μια αστραπή ελπίδας...
Κλέψε κάποιες στιγμές της μέρας μου...
Κάντες δικιές σου...
Κάνε με δική σου πάλι...
Έστω για λίγο...
Έστω κι έτσι...

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Σε θυμήθηκα

Σε σκέφτομαι απόψε...
Θυμήθηκα εκείνο το χαμόγελο,
σα νεογέννητο φεγγάρι
στο όμορφο πρόσωπό σου...
Θυμήθηκα τα μάτια τα μελιά...
δυό πύλες ανοιχτές στο όνειρο...
στο άπιαστο...στο ωραίο...
Θυμήθηκα δυό χέρια τρυφερά
σαν δυό φτερά αγγέλου,
που γίνονταν μια θάλασσα αγκαλιά
μόνο για μένα...
Θυμήθηκα...
Αναίτια εντελώς
και τι δε θυμήθηκα απόψε...
Έτσι να στείλω τη σκέψη μου
απαλό μαξιλάρι...
να κάνει τη νύχτα σου ήρεμη...
τα όνειρά σου γαλήνια...

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Αύγουστος.

Έλουσε η πανσέληνος στη θάλασσα
τα μακριά ασημένια της μαλλιά
κι έπειτα τα 'κανε δίχτυα
και μας περίμενε...
Αυτός ο Αύγουστος μας μάγεψε...
Ήρθε φορτωμένος έρωτα...
Τον άφησε στα μάτια μας...
Φορτώθηκε τα όνειρά μας...
Τα ταξίδεψε...
Κι εμείς ολότελα μαγεμένοι,
σαν πλάσματα φανταστικά
που ξεπηδήσαν από κάποιο παραμύθι,
πέσαμε στα δίχτυα της σελήνης
και μπλεχτήκαμε...
Μας τύλιξε τόσο σφιχτά
που γίναμε ένα...
Τα μάγια της μας έδεσαν για πάντα...
Κι έγινε το νησί ναός του έρωτα...
Κι έγινε ο Αύγουστος Θεός αγάπης
που μας ευλόγησε...
Χιλιάδες πεφταστέρια σαν κέρματα
ευχών πέσαν στη θάλασσα...
Δώσαν ζωή στα όνειρά μας.
Κι ήταν η αγάπη μας
που μάγεψε αυτό το καλοκαίρι
κι ήταν ο έρωτάς μας που έκανε
αυτό τον Αύγουστο μοναδικό!

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Η σιωπή μας.

Τι ωραία που ήταν η σιωπή μας!
Τα χείλη σωπαίναν...
Οι λέξεις ήταν φτωχιές...
Ξεχείλιζαν τα συναισθήματα...
Γινόντουσαν μουσική,
φτιαγμένη από τους χτύπους της καρδιάς
και τις ανάσες μας.
Τι ωραία που ήταν η σιωπή μας!
Η ιερή ώρα της αρμονίας...της γαλήνης...
της άηχης κουβέντας των ματιών...
Φλυαρούσαν τα βλέμματα...
Ακατάπαυστα...
Και ξαφνικά κόπηκε στη μέση
η σιωπή μας...
Κι από δική μας...έγινε δική σου
και δική μου.
Κι ήρθε αυτή η μισή σιωπή
και σκέπασε σα μαύρο σύννεφο
τη ζωή μου...
Έμεινε κι η ζωή μισή...
Ακρωτηριασμένη...
Και τώρα πως ν' αντέξω
τους εκκωφαντικούς ήχους
της δικής μου σιωπής...
Της δικής μου μοναξιάς...

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Απόψε θα 'ρθω να σε βρω.

Απόψε θα 'ρθω να σε βρω...
Στις σκοτεινές αίθουσες
των κινηματογράφων...
Στα μπαράκια με τα λιγοστά φώτα...
Στους δρόμους που μας περίμεναν
να τους περπατήσουμε...
Στα αστικά λεωφορεία,
τα γεμάτα κόσμο και μοναξιά...
Στο εκκλησάκι του χωριού
που ανταμώναμε τα καλοκαίρια...
Στις πορείες με τις πολύχρωμες σημαίες
και τα τραγούδια στα μεγάφωνα...
Ήθελες ν' αλλάξεις τον κόσμο...
Σε όλα έβρισκες μια αφορμή
για αντίσταση, για ξεσηκωμό...
Όλα φαίνονταν απλά και εύκολα.
Έφταναν τόσα λίγα
για να 'μαστε ευτυχισμένοι...
Να σε ρωτήσω τι κατάφερες
ν' αλλάξεις τελικά...
Κουρελιάστηκαν οι σημαίες μας...
Δεν έχουν πια χρώμα...
Δεν έχουν σύμβολα...
Οι φωνές μας κουράστηκαν...
Γίναν βραχνές... υποτονικές... αδύναμες...
Δεν ακούγονται πια...
Οι πορείες χαλάρωσαν...
Τα πόδια σέρνονται...
Τα βλέμματα έχασαν εκείνη τη σπίθα...
Ατενίζουν το κενό...
Βουλιάζουμε στο κενό...
Στο τίποτα...
Τίποτα όλα...
Τα συνθήματα, η ορμή, η λαχτάρα...

Τίποτα κι η αγάπη μας...
Κολυμπάει κι αυτή στο κενό...
με μια άχρωμη ξεσκισμένη σημαία...
κι ένα σύνθημα άστοχο,
που δε βγάζει πια νόημα.
Τίποτε δεν άλλαξε...
Ίδιος έμεινε ο κόσμος.
Γι' αυτό θα' ρθω να σε βρω...
Μα φοβάμαι πως δε θα σε γνωρίσω...
Δε θα με γνωρίσεις ούτε συ...
Γιατί αλλοίμονο... μόνο εμείς αλλάξαμε!
Γίναμε άλλοι...
Γίναμε προδότες της ζωής και του εαυτού μας...
Χαθήκαμε...
Χαθήκαμε για πάντα...

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Λευκό χαρτί.

Θ' αρχίσω πάλι να πληγώνω το χαρτί...
Γράμματα ξυράφια θα χαράξουν
την αγνότητα του τίποτα...
Λέξεις σπαθιά θα σκορπίσουν τον πόνο...
Μια πένα μακελάρης
θα τραυματίσει ανεπανόρθωτα
τη λευκή αθωότητα...
Από τη φυλακή του μυαλού μου,
δραπέτευσαν ανεπιθύμητες σκέψεις...
νόθα παιδιά πικρών συναισθημάτων...
Ψάχνουν για καταφύγιο...
Θα 'ρθουν να κρυφτούν
σ' αυτή τη σελίδα...
Θα τη λεηλατήσουν...
Συνένοχη κι εγώ, θα τις υποθάλψω...
Αυτό το έγκλημα επαναλαμβάνεται...
Κι όμως κάθε φορά το χαρτί,
μοιάζει ν' απολαμβάνει το βιασμό του...
Χωρίς καμία αντίσταση...
Δείχνει ν' αποζητά το μοιραίο...
Σαν άβγαλτη κοπέλα
που διψάει για έρωτα
κι αφήνει την παρθενιά της,
στον πρώτο τυχόντα...
Θ' αφήσει πάνω της
τα ίχνη του για πάντα..

Όπως αυτό το χαρτί...
Πριν από λίγα λεπτά,
ήταν τόσο αγνό, τόσο καθαρό,
τόσο αθώο...
Και παρόλα αυτά,
το έγκλημα δεν διαπράχτηκε ακόμα...


Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Ένα κόκκινο μπαλόνι.


Θέλω τόσο να φύγω!
Να μπορούσα να φύγω!
Να μην είχα δυο σπασμένα φτερά.
Να μην ήταν η ψυχή μου
μπερδεμένο κουβάρι.
Να μην είχα στα πόδια μου ρίζες
και στα χέρια μου άγκυρες.
Να γινόμουν ένας γλάρος,
μια πεταλούδα,
μια μέλισσα.
Να πετούσα.
Να γινόμουν έτσι ωραία κι ανάλαφρη,
να με ταξιδέψει ο ουρανός.
Να γινόμουν έστω 
ένα κόκκινο μπαλόνι με ήλιον,
ν' ανέβω, ν' ανέβω, 
να χορτάσω γαλάζιο,
να κοιτάξω από ψηλά
όλα αυτά που πληγώνουν,
να γελάσω μαζί τους.
Έστω ένα μικρό κόκκινο μπαλόνι
σαν μια ανθισμένη παπαρούνα
στη γαλανή ουράνια πεδιάδα.
Να με παίρνει ο άνεμος από δω κι από κει,
να αφεθώ στο λίκνισμα του,
να κοιμηθώ γαλήνια στην αγκαλιά του.
Κι έπειτα μ' ένα εντυπωσιακό μπαμ, 
να σπάσω.
Να κάνω τόσο θόρυβο,
όσο δεν έκανα ποτέ μου.
Ωραίος θάνατος, να στάζει ελευθερία!
Σαν μια όμορφη κόκκινη παπαρούνα,
τα λεπτά μου πέταλα να σκορπιστούν στο Αιγαίο,
φόρος τιμής σε κάποια πουλιά,
που κατά λάθος γεννήθηκαν δέντρα.

Μαρία Γασπαράτου





Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Καμένα φτερά

 Σαν ήρθε η στιγμή, 
η Λάχεση, τον κλήρο να τραβήξει
πάνω απ' την κούνια του μωρού,
έστειλε ο Αίολος όλους τους ανέμους
κι άρπαξαν τους καλούς λαχνούς...
Έμειναν μόνο κάτι μίζεροι, 
μισοί και μαυρισμένοι.
Το βρέφος σπάραζε που ξαφνικά
έπιασε κρύο...και σαν ψαράκι έτρεμε,
που με τη βία το πετάξαν στη στεριά. 
Κι η Λάχεση άρχισε αργά αργά
να ξετυλίγει, 
έχοντας μες  στα μάτια
μια περίεργη ενοχή
κι ένα τρομακτικό καθρέφτισμα...
Τα χρόνια πέρασαν...
Προσπάθησες να καλοπιάσεις τους ανέμους,
να κάνεις φίλη τη βροχή,
να ημερέψεις καταιγίδες
και να δαμάσεις τις φωτιές...
Προσπάθησες ...επέζησες...
μόνο τα βράδια που το βλέμμα σου
γεμίζει ουρανό 
και η ψυχή σου αναζητά 
μέσα απ' τις έναστρες διαδρομές, 
όσα ονειρεύτηκες 
και που ποτέ δεν έκανες, ταξίδια,
με θλίψη αγγίζεις τα καμένα σου φτερά.

Μαρία Γασπαράτου