Αναγνώστες

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Η πρώτη βροχή


Χαθήκαμε σ' ερωτηματικά
και σύνθετες παρενθέσεις.
Αλλάζαμε  παραγράφους 
σε κείμενα ημιτελή.
Η πένα στα χέρια μας ήταν
κι οι άδειες σελίδες, διαθέσιμες...
μα αβεβαιότητες κι ανόητοι φόβοι
κρύφτηκαν κάτω από μουτζούρες...
τα "μήπως", τα "αλλά" και τα "μη"
μπλόκαραν την καρδιά. 
Φθινοπώριασε...
Σήμερα κιόλας ήρθε απρόσκλητη
η πρώτη βροχή.
Στις ήδη ξεχασμένες σελίδες
πέφτουν οι στάλες σαν δάκρυα
και σβήνουν τις λέξεις 
που διάλεξαν να χαθούν. 

Μαρία Γασπαράτου


Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Τι μένει, αλήθεια;


Ίχνη πάνω στην άμμο οι στιγμές...
αμέσως τις παίρνει
του χρόνου το αδίστακτο κύμα.
Τι μένει, αλήθεια; 
Χρώματα, ήχοι, 
γαλήνιες σιωπές, μυρωδιές 
που χαϊδεύουν απαλά τις αισθήσεις,
στης μνήμης μου 
κάποιο γαλάζιο μπαούλο θα μπουν...
κάποια μπορεί να ξεχαστούν,
κάποια, 
σε δύσκολους καιρούς, 
θα με γεμίζουν νοσταλγία.
Θα κυλήσει γλυκά ο Σεπτέμβρης
κι όλα γύρω θ΄ αλλάζουν αργά,
ώσπου ένα όνειρο μόνο θα μείνει,
μια δροσάτη ανεπαίσθητη αύρα,
ένας ήχος θαλάσσιος στο αυτί
μακρινός 
από κάποιο κοχύλι.


                Μαρία Γασπαράτου









 

Γυναίκες που δεν πρόλαβαν


Στων τρένων τους σταθμούς
θα τις δεις,
τις αφέγγαρες νύχτες...
σκυφτές σκιές,
με πρόσωπο που μια κοιτά μπροστά,
και μία πίσω...
τα τρομαγμένα μάτια τους, 
καρφιά,
πάνω στα τρένα που φεύγουν...
κι άλλοτε πάλι 
στων λιμανιών την άκρη
θα τις δεις,
με το θλιμμένο βλέμμα τους 
ν' ακολουθούν
το καράβι που έφυγε μόλις...
σαν γλάρους με σπασμένα φτερά
που λαχταρούν 
μα δεν αντέχουν να πετάξουν.
Από πληγές που αιμορραγούν,
κόκκινα τριαντάφυλλα ανθίζουν
στο άσπρο τους φουστάνι...
Γυναίκες που δεν μπόρεσαν...
γυναίκες που δεν πρόλαβαν...
Μα κάποια ματωμένα δειλινά, 
στου ορίζοντα το θάμπος,
θα δεις πολλές,
που αναπάντεχα φεύγουν...
κόκκινα σύννεφα 
που ταξιδεύουν μακριά.

Μαρία Γασπαράτου

                                                 ΟΧΙ ΑΛΛΕΣ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΕΣ.










Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Όπου με βγάλει


Σε μια αυτοσχέδια κιβωτό
περιπλανιέμαι χρόνια τώρα.
Τα ταξιδιωτικά μου κιάλια 
θόλωσαν
και πια δε βλέπω μακριά.
Όσα καράβια περνούν
δεν τα φτάνω.
Κάθε φορά που ξημερώνει
ελπίζω πως θα δω
ένα νησί, ένα ακρωτήρι, 
έναν βράχο.
Κάθε φορά που σκοτεινιάζει,
στο φως ελπίζω κάποιου φάρου.
Όμως χαράζει και νυχτώνει
σε μια επίμονη σιωπή.
Πατρίδα μου λοιπόν 
θα κάνω τη θάλασσα.
Σπίτι μου 
αυτήν εδώ την κιβωτό.
Μόνη δεν είμαι.
Στη στέγη μου 
βρίσκουν αναπαμό οι γλάροι...
θαλασσοπούλια 
μου κάνουν συντροφιά...
και δε με νοιάζει πια...
το χέρι μου δίνω στον άνεμο
κι όπου με βγάλει.

Μαρία Γασπαράτου




Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Σαν νούφαρο


Βράδυ του Αυγούστου...
ο δρόμος έρημος,
η φύση ησυχάζει
και μόνο ένας τζίτζικας 
σε παραλήρημα, 
με το διαπεραστικό τερέτισμά του, 
σχίζει της σκέψης μου 
τον μπερδεμένο ιστό.
Ένα αστέρι 
σαν χρυσαφιά σταγόνα
πέφτει θαρρείς 
στο μέτωπό μου
μετά την άσκοπη πορεία του 
στο κενό.
"Ευχές μην κάνεις"... μου λέει...
"στον τόπο αυτόν δεν πιάνουν"...
Σπρώχνω με ορμή 
μια ενοχλητική ελπίδα,
κλείνω τα μάτια...
στο αύριο αφήνομαι 
όποιο και να 'ναι.
Πόσο είναι ωραίο
τίποτα να μην προσμένεις...
μόνο σαν νούφαρο ,
σε λίμνη ακίνητη
ν' ανοίγεις τα λευκά σου πέταλα
και ν' αγκαλιάζεις 
το φως του φεγγαριού.

Μαρία Γασπαράτου

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Αέρας έγινα


Στην καρδιά του Αυγούστου,
παράταιρες χιονονιφάδες 
οι σιωπές σου.
Δεν είναι τόσο η απουσία σου
που μια γεύση πικρή
φέρνει στα χείλη,
ούτε που δε με ψάχνεις πια...
είναι όλα εκείνα, 
χαμένα που πήγαν...
τα λόγια, οι στίχοι,
οι άνεμοι 
που έφταναν από μακριά
και μια αρμύρα έδιναν 
σχεδόν εθιστική
στην απόσταση.
Τώρα ατέλειωτος φαντάζει ο δρόμος,
αλλού τραβούν τα βήματά μας
κι εγώ 
αέρας έγινα -όπως σου είχα πει- 
φύλλα ξερά να σκορπίσω μακριά,
το φθινόπωρο.

Μαρία Γασπαράτου

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Σε ξένους χάρτες


Σ' αυτό το καράβι
φόρτωσα πρώτα πρώτα 
την ψυχή μου,
τα λιγοστά μου υπάρχοντα
κι ένα κορμί 
στην αυταπάτη του ντυμένο,
συνέχεια πως θ' ανθίζει.
Θάλασσες ονειρεύτηκα μακριά, 
και τόπους που θα έφτανα
για να τους σεργιανίσω.
Νόμιζα θα γινόμουν καπετάνιος
μα η ψυχή μου 
εδώ κι εκεί ξοδεύτηκε
και χάθηκε σε ξένους χάρτες...
Λοστρόμος στο καράβι μου 
απόμεινα...
σε μαύρα στάσιμα νερά
συνήθισα 
και δεν παλεύω πια
άγκυρα να σηκώσω.
Σε ανέμους άγριους επέτρεψα
να σχίσουν τα πανιά,
σε κύματα τεράστια 
να με κρατήσουν πίσω.
Τώρα, πέρα κοιτώντας,
τον μακρινό ορίζοντα,
το ξέρω πια... 
δεν προλαβαίνω...


Μαρία Γασπαράτου

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Ένα ερωτηματικό


Ποιος γέμισε καπνούς 
τον ουρανό μου
κι όλη τη νύχτα αχόρταγα 
κατάπιναν οι φλόγες
τα λιγοστά πράσινα φύλλα
του κυκλαδίτικου νησιού;
Ποιος μπόρεσε τόση ομορφιά
να τη λερώσει,
να μουτζουρώσει
το γαλανό και το λευκό;
Ανάστατοι οι γλάροι
πάνω απ' τη θάλασσα πετούν...
την άλλοτε γαλήνια σιωπή
τραντάζουν τα ελικοφόρα...
Ποιος μπόρεσε την αύρα του Αιγαίου
να πληγώσει
με της καταστροφής τη μυρωδιά;
Θα φύγει πικραμένος ο Ιούλης
και πίσω του με κάρβουνο 
θα μείνει χαραγμένο
ένα ερωτηματικό.

Μαρία Γασπαράτου




Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Πού είσαι;


Έφτασε πάλι αυτή η μέρα...
μια μαχαιριά 
στου θέρους την ηλιοκαμένη πλάτη.
Σε μια παλιά φωτογραφία
βρίσκω ξανά το βλέμμα σου...
το πικρό σου χαμόγελο...
μα η φωνή σου μου λείπει..
Στου Ιουλίου τα καυτά μονοπάτια
χάνεται η μνήμη...
ψάχνει δικά σου σημάδια.
Πού είσαι;

Μαρία Γασπαράτου

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Τα πρώτα λουλούδια


Κανείς ας μην χτυπήσει την πόρτα μου.
Κανείς το μυστικό κατώφλι μου 
ας μην περάσει.
Κι ο τόπος μου ας μείνει κρυφός...
τυλιγμένος 
στης λησμονιάς την πυκνή ομίχλη...
κι όταν έρθει η εποχή των βροχών
τον ήχο τους μόνο θ' ακούω αδιάφορα...
σταλαγματιά, σταλαγματιά,
στο χώμα θ' αφήνω 
να σβήνουν τα λάθη μου...
δε θα ελπίζω...
δε θα προσμένω...
θ' ανασαίνω απλά 
της βρεγμένης γης την μυρωδιά
και στο αφράτο χώμα της,
για πρώτη φορά, 
τ' απαλά κεφαλάκια τους
θα δω να υψώνουν
τα πρώτα λουλούδια.

Μαρία Γασπαράτου

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Αντικλείδι


Κάποτε η αγκαλιά μου θα κλείσει.
Θα γεμίσω αγκάθια 
σαν τον σκαντζόχοιρο.
Θα γίνω μια σφαίρα αιχμηρή 
κι επικίνδυνη.
Καμιά δαγκωνιά πια 
δε θα μου καταφέρνουν
τα ύπουλα ερπετά...
κι οι φίλοι θα ξέρουν το σύνθημα...
θα 'ναι η ζεστή φωνή τους, 
αντικλείδι...
θ' ανοίγω απαλά 
κι όλους θα τους αφήνω ν' αγγίζουν
τα τρυφερά κομμάτια μέσα μου.
Δεν κακιώνει η ψυχή μου
μα ούτε κλαίει.
Ό,τι αυθόρμητα δεν της χαρίζεται,
το απορρίπτει.
Δεν εκλιπαρεί, 
δε απαιτεί,
δεν εκβιάζει.
Μια πανοπλία μόνο ζητά,
έξω ν' αφήνει 
ό,τι φοβάται πως μπορεί την σκληρύνει.

Μαρία Γασπαράτου





Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Μόνο ένας φάρος...


Δεν ήθελα δρόμος να γίνεις
μακρύς κι ατέλειωτος,
ταξίδια αμέτρητα να κάνω
στην γκρίζα σου άσφαλτο.
Ένα μικρό πλακόστρωτο στενό 
να γίνεις ήθελα,
σ' ένα ασπρογάλαζο νησί του Αιγαίου,
να ξαποστάσω 
σ' ένα λευκό σου σκαλοπάτι
κι εκεί στου ήσυχου δρόμου σου 
το τέλος,
σε μια γαλήνια θάλασσα 
να άπλωνα 
το κουρασμένο βλέμμα μου.
Δεν ήθελα πύργος να γίνεις
με κάμαρες γεμάτες θησαυρούς
κι εγώ, 
σ' ένα ψηλό σου παραθύρι, 
τους μαγικούς σου κήπους 
ν' αγναντεύω.
Ορίζοντας να γίνεις ήθελα,
κάτω από έναν γαλανό ουρανό
κι εγώ 
θα έφτανα σ' εσένα.
Δεν ήθελα φωτιά να γίνεις
με φλόγες δυνατές 
τη νύχτα να φωτίζεις...
μόνο ένας φάρος, 
να γίνεις ήθελα,
στο μαύρο πέλαγος.

Μαρία Γασπαράτου









Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Στο απέραντό σου


Ξανά αναζήτησα το χάδι σου.
Κάθε μου κύτταρο να ξεδιψάσει
στην πολυπόθητη δροσιά σου.
Κάθε μου ανάσα
να γίνει ένα με την αύρα σου.
Κάθε πληγή κρυφή
να κάψει η αρμύρα σου...
κι ό,τι βαραίνει την ψυχή μου
σαν μολύβι να πέσει,
στον σκοτεινό βυθό σου...
για πάντα να μείνει εκεί.
Άφησα το κορμί μου
στα υγρά σου αγγίγματα...
άγρια με χάδεψες και τρυφερά,
έτσι όπως μόνο εσύ ξέρεις.
Για άλλη μια φορά
σου δόθηκα...
ελεύθερη ένιωσα...
στο απέραντό σου αφέθηκα...
πατρίδα να βρει η ψυχή.

Μαρία Γασπαράτου






Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ζήσε


Στάσου πέρα εκεί,
στου ονείρου σου 
το μακρινό ακρωτήρι...
τα χείλη απελευθέρωσε 
από το ειρωνικό μειδίαμα, 
την ώρα που αντικρύζεις τη ζωή...
άσε για λίγο το μυαλό σου να σωπάσει...
"Τίποτα βέβαιο δεν είναι..."...
έτσι πες...
έστω κι αν μέσα σου 
μια βεβαιότητα πικρή, 
φωνάζει δυνατά 
πως είναι ψέμα.
Κι άφησε τον Ιούλιο 
να σε χαϊδέψει απαλά
ως την ψυχή 
και τον καυτό του ήλιο 
μ' ένα ερωτικό φιλί
τα χείλη σου τα παγωμένα 
να φιλήσει.
Στάσου στου ονείρου σου 
το μακρινό ακρωτήρι
πέρα εκεί,
κλείσε τα μάτια σου
και ζήσε.

Μαρία Γασπαράτου


Δεν ήξερα


Αυτό που μόνο ήθελα,
ήταν ν' αγαπηθώ...
απ' τις κορφές της λύπης μου να δω
να λιώνουνε οι πάγοι...
την άνοιξη να έρχεται νικήτρια
καβάλα στης ζωής το άτι.
Κι έπειτα 
στης αλήθειας το κατώφλι να σταθώ,
χωρίς μέσα μου τίποτα,
την εύθραυστη ψυχή μου
να βαραίνει.
Τόση ήταν η ανάγκη μου 
ν' αγαπηθώ
που ό,τι πολύ λαχτάρησα
μπόρεσα ν' αγνοήσω...
τα μάτια μου να κλείσω,
ν' αφεθώ
στ' όνειρο που είχα πλάσει.
Αυτό που μόνο ήθελα 
ήταν ν' αγαπηθώ...
μα τότε δεν το ήξερα...
έπρεπε εμένα πρώτα 
ν' αγαπήσω.

Μαρία Γασπαράτου




Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Άραγε...


Άραγε αγαπήθηκα ποτέ αληθινά;
Με μια αγάπη, το καλό σου που ζητάει,
που ό,τι αγαπάς κι αυτή το αγαπάει
και που δε σου ματώνει τη χαρά;

Άραγε αγαπήθηκα ποτέ αληθινά;
Με την αγάπη εκείνη που όλα τα νικάει
που όσα εμπόδια κι αν βρει τα προσπερνάει,
λιακάδα για να φέρει στην καρδιά;

Άραγε αγαπήθηκα ποτέ αληθινά;
Με μια αγάπη που χαμόγελα κεντάει
που σαν ούριος άνεμος περνάει
και στον Παράδεισο σε πάει μακριά;

Φοβάμαι όμως πως αφού αναρωτιέμαι
και στον καθρέφτη μου καχύποπτα κοιτιέμαι,
πως την απάντηση την ξέρει ήδη η καρδιά.


Μαρία Γασπαράτου

Όλα άλλαξαν


Είδες λοιπόν;
Εδώ βρέθηκες πάλι,
στον ίδιο τόπο που άλλοτε
περπάταγες γυμνή, 
δίχως διάθεση καμιά
το δέρμα σου να ντύσεις 
με τ' άχρωμα, συμβατικά, 
ρούχα της εποχής.
Να 'σαι λοιπόν ξανά 
στα ανήσυχα λημέρια, 
όμως το φως
τα μάτια σου τυφλώνει με θυμό.
Ρούχα πολλά τώρα φοράς
κι όλα τα καλοκαίρια, 
βαραίνουνε τους ώμους σου,
πληγώνουν την καρδιά.
Είδες λοιπόν;
Όλα άλλαξαν...
οι τόποι που αγάπησες 
κάποιον αθώο, ανύποπτο 
και καθαρό καιρό,
ίσως κι αυτοί σ' αγάπησαν,
μα τότε ήσουν άλλη...
τώρα σαν ξένη σε κοιτούν...
δε σε γνωρίζουν πια.



Μαρία Γασπαράτου




Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Δεν ήθελα πολλά

 Δεν ήθελα πολλά
σ' αυτόν τον άθλιο κόσμο... 
Ήθελα μόνο μια γωνιά,
να εισπνέω της θάλασσας 
τη δροσερή ανάσα,
ν' ακούω τους ψιθύρους της
την ώρα που αγαπιέται με το Μπάτη,
να την κοιτάω απλά
και στων ματιών μου τις ίριδες 
να καθρεφτίζονται τ' άσπρα κρινάκια
που ανθίζουν στο μπλε λιβάδι της.
Δεν ήθελα πολλά 
σ' αυτό τον άθλιο κόσμο...
Μόνο μια ήσυχη γωνιά,
ένα κομμάτι γόνιμη γη
πλάι στο κύμα,
να φυτεύω 
της ψυχής τ' ανομολόγητα 
και να προσμένω 
τους καρπούς της λησμονιάς.

Μαρία Γασπαράτου



Για μια κουτσή ελπίδα

  
  Έρχεται εκείνη η στιγμή...
πάντοτε έρχεται
έστω κι αν κάποτε αργεί
κι οι ευκαιρίες που απλόχερα σκορπάς
στερεύουν.
Κι εκείνη μέσα σου η φωνή 
που πρώτα σου ψιθύριζε
πως κάτι από καιρό, δεν πήγαινε καλά
μα εσύ την αγνοούσες,
έρχεται η ώρα που φωνάζει.
Σήμα κινδύνου εκπέμπει 
από τα βάθη της ψυχής.
Κάποτε έκλεινες τα μάτια
κι όταν τ' άνοιγες,
γυαλιά παραμορφωτικά φορούσες
για ν' αποφεύγεις την αλήθεια.
Τ' αυτιά σου έκλεινες,
μα κι όταν άκουγες,
τους ήχους εξαγόραζες 
για ένα χαμόγελο μισό,
για μια κουτσή ελπίδα.
Μα έφτασε εκείνη η στιγμή...
πάντοτε φτάνει...
που σ' εκδικούνται οι αισθήσεις
γυμνή σ' αφήνουν...έκθετη
σε μια πραγματικότητα αιχμηρή.

Μαρία Γασπαράτου










Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Τα βράδια του καλοκαιριού

Τα βράδια του καλοκαιριού
στ' ανθοσπαρμένα πάρκα,
τ' άδεια παγκάκια, έρημα,
μελαγχολούν...
Τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα
αμύριστα σαν μένουν,
θλιμμένα γέρνουνε να κοιμηθούν,
ανάσες να ονειρευτούν
ερωτευμένων...
Στα μισοσκόταδα ορφανεύουν
των πεύκων οι κορμοί,
όταν επάνω τους δεν ακουμπούν
σώματα αγκαλιασμένα...
Τα βράδια του καλοκαιριού
η νοσταλγία σαν φάντασμα
τρομοκρατεί,
όσους το χέρι τους δεν το κρατά
ένα άλλο χέρι...
Η μοναξιά κρύα σαν θάνατος
παγώνει το σκοτάδι...
Μες στη φιλόξενη αγκαλιά
της νύχτας
όταν δεν ξαγρυπνούν οι έρωτες
με λόγια αγάπης,
με φιλιά,
με όνειρα,
σβήνει το καλοκαίρι...

Μαρία Γασπαράτου